Το Μυστήριο της Οδού “Kapanaca”

Η Πολιτιστική Εταιρεία στηρίζει το περιοδικό «Εντευκτήριο», ένα από τα ποιοτικότερα λογοτεχνικά περιοδικά της χώρας.

ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΑΡΘΡΑ

Το Μυστήριο της Οδού “Kapanaca”

του Ευάγγελου Χεκίμογλου 

Το ξενοδοχείο «Παρθενών» ήταν το πρώτο διώροφο κτήριο στα δεξιά. Από εκεί άρχιζε η «Καπανάτσια».

Τα ρόδα έχουν αγκάθια, αλλά και η ιστορία δεν πάει πίσω, ιδιαίτερα όταν την πλησιάζουμε μέσα από «αναπλάσεις». Η πρόσφατη «ανάπλαση» της οδού Αγίου Μηνά, δηλαδή η πεζοδρόμηση σε συνδυασμό με την αφαίρεση της ασφάλτου, ώστε να φανούν το λιθόστρωτο και η παλιά τροχιοδρομική γραμμή, έφερε στην επικαιρότητα την ιστορία του δρόμου, όχι ως πραγματικό ερώτημα, αλλά ως άλλοθι. Κάθε πεζοδρόμηση λειτουργεί ως δημόσια πριμοδότηση των επιχειρήσεων «υγειονομικού εν διαφέροντος» και ως αντικίνητρο παραμονής των παλαιών κατοίκων. Κατέστησε την οδό Αγίου Μηνά ένα μπαρ 24ωρης λειτουργίας. Η ήσυχη ατμόσφαιρα του απόκεντρου μέσα στην αγορά, η ατμόσφαιρα που χάρηκαν εκατοντάδες επαγγελματίες και έμποροι οι οποίοι εργάστηκαν κατά καιρούς στα κτήρια και τις στοές της οδού Αγίου Μηνά, χάθηκε προσώρας. Αφήστε τα ωραία και σκιερά δέντρα του δρόμου που μας άφησαν χρόνους εν ονόματι της «ανάπλασης». Η ανάδειξη του τροχιόδρομου –κατά τη γνώμη μου, χωρίς πρακτική σημασία– δεν συνιστά επαρκές αντίβαρο της καταστροφής. Αφήστε πια το λιθόστρωτο, που δυσκολεύει το βάδισμα σε διάφορες κατηγορίες πεζών. Κι αναρωτιέμαι, γιατί με τα χρήματα που δαπανήθηκαν δεν επιδιορθώθηκε στοιχειωδώς η ετοιμόρροπη στοά του Αγίου Μηνά, κτίσμα κάποιας ιστορικής αξίας, αφημένη στην τύχη της, που είναι και η τύχη όλων μας.

Το «Χαμάμ της Αγοράς», και κάτω από αυτό η οδός Καπανάτσια. Από τη «Γενί Χαβλού», στο κάτω μέρος της φωτογραφίας, έχουν μείνει μόνον ερείπια. Στο δεξιό μέρος έχει σωθεί η τοιχοποιία της συναγωγής

Χρειάστηκε ένα είδος άλλοθι για να νομιμοποιηθεί ιδεολογικά η «ανάπλαση». Να δικαιολογηθεί γιατί δαπανήθηκαν τόσα χρήματα ώστε να ξαναδούμε λίγα μέτρα από τις ράγες ενός τραμ που είχαμε καταργήσει ως άχρηστο και δαπανηρό, για να περπατούμε στο καλντερίμι που καταργήσαμε ως επικίνδυνο, για να μετατραπεί ο δρόμος σε κολαστήριο θορύβων υγειονομικού ενδιαφέροντος και να αφαιρεθεί από τη συγκοινωνία. Κι αυτό το άλλοθι ήταν μια δόση ιστορίας και κάποιο παράξενο όνομα: Καπάναντζα. Αλλά ήταν ψευδές άλλοθι.

Το παλαιό όνομα του δρόμου –ξεχασμένο από χρόνια– το μάθαμε το 1983 που ο Β. Δημητριάδης δημοσίευσε την Τοπογραφία του και έκανε λόγο (σσ. 174-175 και 180) για οδό «Eski Balık Pazârı» (Παλαιάς Ψαραγοράς). Και από τότε που η ταπεινότητά μου δημοσίευσε έγγραφα από τα αρχεία της Τράπεζας της Ανατολής και της Ορθόδοξης Κοινότητας Θεσσαλονίκης, που έκαναν λόγο για «Παλαιά Ψαράδικα» (1992, 1994 και 1996). Ή για τους νεότερους, από πιο πρόσφατη ειδική μελέτη μου για την περιοχή, όπου συγκεντρώθηκαν όλες οι πηγές. Εν ολίγοις, η οδός Αγίου Μηνά από τον 15ο αιώνα ονομαζόταν τουρκιστί «Balık Pazârı = ψαραγορά». Περί το 1860/1870 η ψαραγορά μεταφέρθηκε και ο δρόμος αναφέρεται στις ελληνικές πηγές ως «παλαιά ψαράδικα» και αντιστοίχως στις τουρκικές.

Ένα όνομα δεν σημαίνει και πολλά πράγματα. Η ουσία στην ιστορία είναι οι αλλαγές. Ενώ μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα ο δρόμος δεν είχε παρά στάβλους, αχυρώνες και φτωχικά εργαστήρια, μετά την οικοδόμηση δύο «μοντέρνων» για την εποχή εμπορικών κτιρίων που κατασκεύασαν η εβραϊκή και η ορθόδοξη κοινότητα στις αρχές του 20ούαιώνα προκειμένου να αποκτήσουν έσοδα τα σχολεία τους, «η ασήμαντος και εστερημένη κτιρίων οδός παλαιών ψαράδικων απέκτησε χαρακτήρα οδού κεντρικής». Είδη πολυτελείας, γραβάτες, αρώματα, μεταξωτά, καθρέφτες, κρύσταλλα, κεντήματα, ακόμη και φωνόγραφοι, όλη η Ευρώπη δηλαδή, παρουσιάζονταν στις προθήκες των νέων καταστημάτων που γέμισαν τον δρόμο. Εφημερίδες, τράπεζες και βιβλιοπωλεία συμπλήρωναν τον πλούτο των προθηκών.

Μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, και συγκεκριμένα το 1913, ο δρόμος των παλαιών ψαράδικων έλαβε την ονομασία του αρμένιου σμιχτοφρύδη αυτοκράτορα Κουρκούα, ήτοι του Ιωάννου Τσιμισκή, διότι και οι άλλοι παράλληλοι προς τη θάλασσα δρόμοι πήραν ονόματα βυζαντινών αυτοκρατόρων. Όταν εφαρμόστηκε το νέο σχέδιο Εμπράρ, ο νέος κεντρικός δρόμος της πόλης βαπτίστηκε κι εκείνος Τσιμισκή–θαρρείς και λείπανε άλλα ονόματα– και τότε οι αρμόδιοι θυμήθηκαν την παρακείμενη εκκλησία και έτσι η αρχαία οδός μετονομάστηκε σε «Αγίου Μηνά». Χάρη στις εμπορικές στοές του δρόμου, η διεύθυνση «Αγίου Μηνά» μνημονεύεται συχνά στις εφημερίδες και τους εμπορικούς οδηγούς του μεσοπολέμου. Χρειάστηκε αρκετά χρόνια η νέα και αρχικώς άχαρη– Τσιμισκήνα ρουφήξει τη δραστηριότητα της γηραιάς αντιζήλου της.

Κι έτσι κοιμόμασταν όλοι ήσυχοι αφού ξέραμε το όνομα της παλαιάς αυτής οδού, μέχρι που με αφορμή την «ανάπλαση» μάθαμε ότι ο δρόμος λεγόταν «Καπάναντζα». Το είπε ακόμη και ο (τότε) δήμαρχος στην επί τόπου ομιλία του. Μεγάλη ήταν η έκπληξή μου, διότι ο Δημητριάδης υπήρξε σαφής: ο δρόμος με την ονομασία «Kapanaca» απαντά σε επτά διαδοχικές μικρές συνοικίες, που όλες βρίσκονταν ανατολικά από την οδό Βενιζέλου. Άρα, προς τι η σύγχυση με τα παλαιά ψαράδικα; Ενώ ο Δημητριάδης απέδωσε ελληνική μετάφραση για όλα σχεδόν τα τουρκικά τοπωνύμια που συνάντησε στα φορολογικά κατάστιχα, με βάση τα οποία έγραψε το καταπληκτικό βιβλίο του, σε ό,τι αφορά την «Kapanaca» τήρησε σιγή. Ο όρος έμεινε αμετάφραστος. Και το χειρότερο: δεν υπάρχει σε τουρκικά λεξικά και όλοι οι ειδικοί που ρώτησα πρώτα σήκωσαν τους ώμους τους και μετά άρχισαν τις εικοτολογίες. Έχει την τουρκική ρίζα «καπ» (περικλείω, περιέχω) από την οποία προέρχονται οι γνωστές συναφείς λέξεις, έχει το «καπάν» που σημαίνει την κλειστή αγορά, έχει το παράθημα «τζα» που υποδεικνύει τόπο, αλλά όπως η λέξη εκφέρεται δεν έχει νόημα. Εν ολίγοις, η μεν οδός Αγίου Μηνά δεν λεγόταν «Kapanaca», αλλά η οδός «Kapanaca» υπήρχε και αγνοούμε την ετυμολογία της. Το όνομα ασκεί γοητεία, διότι ο δρόμος δεν υπάρχει πια. Φαγώθηκε σιγά-σιγά στην πενταετία 1921-1925, όταν άρχιζαν να κατασκευάζονται τα κτίρια στα οικόπεδα του νέου σχεδίου. Πού ήταν; Φανταστείτε μια προέκταση της οδού Αγίου Μηνά προς τα ανατολικά, μετά την οδό Βενιζέλου, με κατεύθυνση όχι παράλληλη προς τη θάλασσα, αλλά με μια  κλίση 20 μοιρών. Κι έτσι, να ξεκινά από τη Βενιζέλου, να περνάει κάτω από το Χαμάμ της Αγοράς, πάνω από τη Μητρόπολη και να τελειώνει κάτω από τον παλαιό κινηματογράφο «Ηλύσια».

Τμήμα της ερειπωμένης και καταρρέουσας “Στοάς Αγίου Μηνά”, κτίσματος της ορθόδοξης ελληνικής κοινότητας, που ολοκληρώθηκε το 1910.

«Και τι έγινε;» θα μου πείτε. Αφού ο δρόμος δεν υπάρχει πλέον, ποιος ο λόγος να ανησυχούμε για την ονομασία του; Προσωπικώς, ανησυχώ για τις ονομασίες της οδού Αγίου Μηνά. Αλλά υπάρχει ένας ακόμη λόγος. Είναι οι απορίες μου για το πώς λειτουργούσε η πόλη. Οσάκις προσπαθούμε να καταλάβουμε λειτουργίες που δεν υπάρχουν πια, τα ονόματα αποκτούν σημασία ακριβώς διότι αποκαλύπτουν τις εξαφανισμένες δραστηριότητες.

Μέχρι το 1912 οι ονομασίες των δρόμων δεν ήταν σταθερές, αλλά ούτε και τυχαίες, διότι δεν τις καθόριζαν διοικητικά όργανα. Δημιουργούνταν εθιμικώς από κάτι σημαντικό που υπήρχε είτε στον δρόμο είτε στην κατεύθυνση που ο δρόμος οδηγούσε. Παράδειγμα: ο προκάτοχος του δρόμου που ονομάζουμε «Βασιλέως Ηρακλείου» (και βρισκόταν λίγο νοτιότερα) λεγόταν «Μεγάλο Παζάρι» (Μπουγιούκ Παζάρ). Τι σημαίνει αυτό; Είτε ότι το μεγάλο παζάρι γινόταν πάνω σε αυτόν τον δρόμο, είτε ότι ο δρόμος οδηγούσε στο μεγάλο παζάρι. Σε ό,τι αφορά την έννοια της λέξης, το παζάρι είναι περιοδική, όχι καθημερινή αγορά. Μάλιστα, το «μεγάλο» παζάρι αντιδιαστέλλεται προς το «μικρό», το οποίο γίνεται συχνότερα από το μεγάλο και καταλαμβάνει μικρότερη έκταση. Τοπωνύμιο «Μικρό Παζάρι» (Κιουτσούκ Παζάρ) καταγράφεται από τον Δημητριάδη, στο ύψος της εκκλησίας της Αγίας Θεοδώρας. Άρα εκεί πρέπει να γινόταν ένα παζάρι συχνότερο και μικρότερο, ενώ στον προκάτοχο της Βασιλέως Ηρακλείου δρόμο γινόταν ένα μεγαλύτερο και όχι πολύ συχνό. Δεν ξέρουμε, όμως, πού ακριβώς γινόταν, ούτε τι μορφή είχε ούτε πότε σταμάτησε. Έτσι, το όνομα του δρόμου μάς λέει μια ιστορία, που συνήθως μένει μισοτελειωμένη.

Η Καπάναντζα(«Kapanaca») ήταν δρόμος παράλληλος με το δρόμο του «Μεγάλου Παζαριού».
Θα περπατήσουμε για λίγο στο αρχικό τμήμα της, ας πούμε από την αρχή της, στο ύψος της Βενιζέλου, μέχρι το ύψος της σημερινής πλατείας Αριστοτέλους. Οι πληροφορίες μου είναι ασφαλείς, διότι τις περιγράφουν οι τίτλοι ιδιοκτησίας που εκδόθηκαν στις αρχές του αιώνα.
Αυτό που περιγράφουν μοιάζει περισσότερο με τα παρακατιανά «παλαιά ψαράδικα», παρά με την οδό Αγίου Μηνά και την πολυτέλειά της. Στα δεξιά μας αφήνουμε το μικρό ξενοδοχείο «Παρθενών», στη γωνία με τη Βενιζέλου. Μόλις το περάσουμε, φτάνουμε στο οικοδομικό συγκρότημα που ονομαζόταν «Γενί Χαβλού», «νέα αυλή» δηλαδή. Κτίστηκε στις αρχές του 20ού αιώνα, και μάλιστα στη διάρκεια της οικοδόμησης ένα κτίσμα κατέρρευσε και υπήρχαν νεκροί. Το οικόπεδο της «νέας αυλής» είχε εμβαδόν περίπου 3,5 στρέμματα. Ένας μακρύς εσωτερικός διάδρομος που διέσχιζε το οικόπεδο ήταν η «αυλή». Σε αυτήν είχαν διέξοδο 14 ιδιοκτησίες και στο κέντρο της υπήρχε στάβλος και αποθήκη. Το μεγαλύτερο μέρος της, όμως, κάλυπτε μια συναγωγή, η «Γκερούς» (= εξόριστοι), ιδρυμένη στις αρχές του 16ου αιώνα, μία από τις παλαιότερες της Θεσσαλονίκης. Αν με κάποιον μαγικό τρόπο μπορούσαμε να τη δούμε, θα εμφανιζόταν πάνω στη σημερινή οδό Τσιμισκή, ανάμεσαστη στοά Χρυσικοπούλου και την οδό Κομνηνών.

Στην εξωτερική όψη της «Γενί Χαβλού», επί της οδού «Kapanaca», ο διαβάτης θα έβλεπε μονώροφες κατοικίες, καταστήματα και αποθήκες, ενώ σε ένα οικόπεδο του συγκροτήματος μεταξύ του δρόμου και της συναγωγής, υπήρχε κάποτε ένας μύλος, που είχε μετατραπεί σε κατοικία. Φαίνεται ότι από εκεί περνούσε άλλοτε το ρέμα που κινούσε τους υδρόμυλους στο ύψος του Καπανιού και συνέχιζε μέχρι το παραθαλάσσιο τείχος, περνώντας από τα σφαγεία που βρίσκονταν κάτω από τη «Γενί Χαβλού», άγνωστο μέχρι πότε.

Το χαρτοπωλείο και τυπογραφείο Βικοπούλου, στην οδό Αγίου Μηνά 11.

 

Η ψιλή κυριότητα των οικοπέδων της αυλής ανήκε σε βακούφια. Το κυριότερο ήταν του Γαζή (Τσομπάν) Μουσταφά πασά, ενός προσήλυτου χριστιανού που είχε διατελέσει μέγας βεζίρης επί Σουλεϊμάν Α΄ και πέθανε το 1529. Από τον έφορο του βακουφίου είχαν αγοράσει τη χρήση της γης ή και των κτιρίων οι «νομείς» της αυλής, ο Μπεν ρουμπή, ο Αλμοσνίνο, ο Μεναχέμ, ο Μαρού, ο Μισιόν, ο Κάστρο, ο Σιών, ο Πετιλόν και κάποιος Χακί, ο μόνος μη εβραίος ανάμεσά τους. Από την απέναντι πλευρά του δρόμου υπήρχε επίσης μια αυλή, παρόμοια με τη «Γενί Χαβλού» αλλά μικρότερη, που στέγαζε εβραϊκά οινοπνευματοποιεία και στην οποία αυλίζονταν επτά οικόπεδα. Στο εξωτερικό της αυλής, με όψη στην «Kapanaca», βρίσκονταν εργαστήρια και ένας φούρνος. Αυτά θα βλέπαμε περπατώντας και θα ακούγαμε φωνές στα ισπανικά, αφού και αυτής της αυλής οι νομείς ήταν όλοι εβραίοι.

Ακολουθούσε το γνωστό μας «λουτρό του παζαριού» ή «εβραϊκό λουτρό», η νότια όψη του οποίου βρισκόταν πάνω στην «Kapanaca». Το λουτρό περιβαλλόταν από σπίτια, καταστήματα και εργαστήρια. Η ιδιοκτησιακή κατάστασή του ήταν περίπλοκη, αφού οι κύριοι του οικοπέδου
και ο νομέας του ήταν όχι απλώς διαφορετικά πρόσωπα, αλλά διαφορετικά ιδρύματα. Φαίνεται ότι κάποια στιγμή, στη διάρκεια του 19ου αιώνα, το φυσικό πρόσωπο που είχε αγοράσει το «γεντίκι», δηλαδή το δικαίωμα να λειτουργεί το λουτρό, το είχε εκχωρήσει στο βακούφι του Σουλτάνου Μαχμούτ Χαν του Β΄. Ιδιοκτησιακά δικαιώματα είχαν δύο άλλα βακούφια, του Τσαούς Ζαδέ Αχμέτ Ρεσίντ Εφέντη (που πρέπει να είχε σχέση όχι με την ίδρυση, αλλά με την ανακαίνιση του λουτρού) και του Χαλίλ αγά. Ο Δημητριάδης μας πληροφορεί ότι ο Χαλίλαγάς ενδέχεται να ήταν ο ιδρυτής του λουτρού (διότι ο Εβλιγιά Τσελεμπή το καταγράφει ως «λουτρό του Χαλίλ αγά») και ότι στη Θεσσαλονίκη υπήρχαν πολλά κτήματα του ιδίου βακουφίου. Ίσως, προσθέτει ο Δημητριάδης, ο Χαλίλ, που διέθεσε χρήματα για να ανεγείρει ένα λουτρό, ώστε να πλένονται οι Θεσσαλονικείς της εποχής του, ήταν σταβλάρχης και βεζίρης στα μέσα του 17ου αιώνα. Αντίθετα, η Ευαγγελία Χατζητρύφωνος– σε μια θαυμάσια παλαιότερη μελέτη της είχε βρει σοβαρές αντενδείξεις για να ταυτιστεί αυτός ο Χαλίλ με τον σταβλάρχη. Εξάλλου, θεώρησε ότι η υπόθεση για τη χρονολόγηση του λουτρού στον 17οαιώνα «έχει πολλά αδύνατα σημεία, για να μπορεί να θεωρηθεί ασφαλής».

Αν θα έπρεπε το λουτρό να χρονολογηθεί στον 16ο αιώνα, γνωρίζω έναν Χαλίλ που ταιριάζει γάντι στην περίπτωση. Στον φορολογικό κατάλογο του μουσουλμανικού πληθυσμού της Θεσσαλονίκης του έτους 1500 αναφέρεται κάποιος «Χαλίλ Ρουμπέη». Νομίζω ότι ο προσδιορισμός Ρουμπέη (Rum beg, ο έλληνας μπέης δηλαδή) προσδιορίζει έναν προσήλυτο που κατείχε σημαντικό αξίωμα (τουλάχιστον ένας στους οκτώ μουσουλμάνους αυτού του καταλόγου δεν είχε γεννηθεί μουσουλμάνος). Το προφίλ του «Ρουμμπέη» ταιριάζει σε κάποιον που θα έκανε μια μεγάλη δωρεά είτε εν ζωή είτε και μετά θάνατο, έχοντας μετατρέψει την ιδιωτική περιουσία του σε βακούφι. Δυστυχώς, όπως προανέφερα, οι τίτλοι είναι μπερδεμένοι και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε σε τι συνίστατο η αρχική δωρεά (οικόπεδο ή κτίσμα).

Απόγονοι κατοίκων της Καλντιργκιούτς, τριάντα χρόνια μετά τη μετοίκηση στη συνοικία Μπαρόν Χιρς. Φτώχια κι εδώ, φτώχια κι εκεί

Ωστόσο, η ονομασία «Kapanaca» παραμένει σκοτεινή. Η ετυμολόγησή της από κάποια αγορά ή κάποιο εμπόδιο που δήθεν την έκλεινε («καπ» = κλειστό) είναι αμφίβολη, δεδομένου ότι και στους παλιότερους χάρτες (πριν από την πυρκαγιά του 1890) η οδός διέσχιζε επτά συνοικίες, με μήκος μεγαλύτερο από οποιονδήποτε άλλο παράλληλο δρόμο κάτω από την Εγνατία.

Η οθωμανική γραφή είναι προβληματική στην ανάγνωση και μερικές φορές η αναγνώριση μιας λέξης, ακόμη και από έμπειρους τουρκολόγους, γίνεται με επιφύλαξη. Δηλαδή, αν ξέρεις τη λέξη τη διαβάζεις, αν δεν την ξέρεις, πιθανολογείς. Λογικό είναι, λοιπόν, να αναζητήσουμε μια ανάγνωση εναλλακτική προς την «Καπανάτζα». Και η εναλλακτική αυτή υπάρχει σε 14 κτηματικούς τίτλους, μεταφρασμένους από το μεταφραστικό γραφείο Θεσσαλονίκης το 1919, δηλαδή μόλις δύο χρόνια μετά την πυρκαγιά και ενώ ακόμη οι τοπωνυμίες της Θεσσαλονίκης δεν είχαν αλλάξει. Και οι 14 τίτλοι δημοσιεύθηκαν δειγματοληπτικώς και εν περιλήψει το 2004 στην Ιστορία της Επιχειρηματικότητας (τ. Β2). Συγκεκριμένα, σε εννέα τίτλους ο δρόμος αποδόθηκε από τον έλληνα μεταφραστή ως «Καπανάτσια» και σε πέντε τίτλους ως «Καπανάζια». Έτσι φαίνεται ότι προφερόταν η λέξη και όχι «Καπάναντζα».

Καταλήγω, δηλαδή, στο συμπέρασμα ότι η λέξη δεν ήταν τουρκική, αλλά προερχόταν από τις διαλέκτους των εβραίων προσφύγων. «Cabana» σημαίνει στα ισπανικά καλύβα, ενώ «capanna» είναι η αντίστοιχη ιταλική λέξη. Μάλιστα «capannucia» είναι η μικρή καλύβα. Αυτή η ετυμολογία έχει κάποια λογική, διότι ο συγκεκριμένος δρόμος οδηγούσε σε μια φτωχή εβραϊκή συνοικία αποτελούμενη από καλύβες, τη λεγόμενη Kaldirgöç (προφέρεται Καλντιργκιούτς), η οποία μέχρι την πυρκαγιά του 1890 απλωνόταν ανάμεσα στη σημερινή οδό Αγίας Σοφίας και τη Διαγώνιο, κατά μήκος του τείχους. Σχηματίστηκε όταν οι εβραίοι υφαντές αναγκάστηκαν να μετοικήσουν στη συγκεκριμένη περιοχή, ώστε οι αξιωματούχοι των γενιτσάρων να ελέγχουν την ποιότητα της παραγόμενης τσόχας. Αυτό συνέβη στα τέλη του 17ουαιώνα και είχε ως συνέπεια μαζικές προσχωρήσεις στο Ισλάμ, για να εξασφαλίσουν όσοι κινδύνευαν τη σιγουριά της κοινωνικά ανώτερης θρησκείας («ντονμέδες»). Το σκηνικό δράσης των «ντονμέδων» ήταν από την Ολύμπου και πάνω, όσο το δυνατόν μακρύτερα από τον καταραμένο τόπο. Σε αυτόν έμειναν όσοι δεν μπορούσαν να ξεφύγουν. Τους επόμενους αιώνες η μαύρη φτώχια και οι επιδημίες τους αποτέλειωναν πριν προλάβουν να γεράσουν. Κι όταν, μετά την πυρκαγιά του 1890, εφαρμόστηκε στην περιοχή νέα ρυμοτομία, οι περισσότεροι έμειναν άστεγοι. Αυτοί κατοίκησαν τη συνοικία ΜπαρόνΧιρς, που χτίστηκε ειδικά γι’ αυτούς, ανάμεσα σε χείμαρρους, δίπλα στον παλαιό σταθμό. Αλλά είναι μια άλλη ιστορία αυτό. Ή μήπως είναι η ίδια ιστορία;