Στην αγαπημένη μου Φώφη, 11-4-’43

Η Πολιτιστική Εταιρεία στηρίζει το περιοδικό «Εντευκτήριο», ένα από τα ποιοτικότερα λογοτεχνικά περιοδικά της χώρας.

ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΑΡΘΡΑ 

Στην αγαπημένη μου Φώφη, 11-4-’43

του Άρι Γεωργίου

Ακουμπάει χαλαρά στο παραπέτο του μπαλκονιού. Πρώτος όροφος, Προξένου Κορομηλά 1. Τώρα, διότι τότε ήταν Καλαποθάκη. Που ήταν στρωμένη με κυβόλιθους, καλντερίμι. Ακουμπάει χαλαρά με σταυρωμένα χέρια και χαμογελάει σεμνά προς τον φακό. Η λήψη γίνεται από το διπλανό μπαλκόνι, μάλλον από τον αδελφό της. Μεσούσης της Κατοχής, Απρίλιος 1943. «Στην αγαπημένη μου Φώφη, 11-4-43» με στυλό μελάνης στην πλάτη της φωτογραφίας. Την αφιερώνει στην αγαπημένη της συμμαθήτρια. Στρέφει το βλέμμα προς τα κάτω. Στον γρανιτένιο δρόμο ακούγονται τα πέταλα και οι σούστες από το ιππήλατο κάρο που φέρνει τα βαρέλια απέναντι στο μαγαζί του πατέρα της ―του παππού μου―, ξεφορτώνουν οι χαμάληδες με μανούβρες και με φωνασκίες, είναι κι εκείνος έξω επιβλέποντας, τι ώρα θ’ ανεβείς για φαΐ, του φωνάζει, της κάνει νόημα, πάντα νηφάλιος, δεν θ’ αργήσω, τελειώνουμε. Λιακάδα ανοιξιάτικη, ο ζόφος της Κατοχής προς στιγμήν θαμπώνει, στρέφει τα μάτια δυτικά και λίγο βόρεια, προς την ανοιχτωσιά, ανάσα ο ορίζοντας πέρα απ’ την οικοδομή των Κονιορδαίων μπροστά της, που με τα οπίσθιά της τής αποκλείει τη θέα προς την παραλία. Η ματιά της προσπερνάει τον χωματόδρομο της Πλουτάρχου, πάνω από την τούβλινη μάντρα με την ξυλεία, γλείφει την καμπίνα προβολής του «Ζέφυρου», υπερίπταται της Πλατείας Αριστοτέλους με τα μίζερα παρτέρια της, κοντράρει στην είσοδο της «Κορωνίδας» και μετά στην οθόνη της, άκτιστη ακόμη η εβραρδική Πλατεία, αλάνες τα οικόπεδα μέχρι την παραλία, διακρίνονται ακόμη και περιπατητές, κι αμέσως μετά, επί της Κομνηνών, ανακλάται στη μεγαλόπρεπη και πληθωρική, ολόκληρη σχεδόν, πλάγια όψη του «Μεντιτερανέ», με την επιγραφή του ψηλά στη στέγη. Πιο πέρα ακόμη τερματίζει με τις αποθήκες στο Λιμάνι. Η θέα από τον πρώτο όροφο της Καλαποθάκη και Πλουτάρχου. Απ’ το σπίτι τους. Από το οποίο εγώ δεν έχω ανάμνηση (και βέβαια μετά το ’52 ή ’53) πλην ίσως μιας θολής εικόνας του γιου μιας γειτόνισσας, ενός Φαίδωνα, παρδαλά ντυμένου με παπιγιόν και χρωματιστά σακάκια, ολίγον λιμοκοντόρου. Ξαναγυρνάει προς τα εδώ. Ανορθώνεται. Να μπει μέσα, θα ’ρθει σε λίγο ο μπαμπάς για μεσημεριανό. Πριν διασκελίσει τη μπαλκονόπορτα αφήνει το βλέμμα της στη φωτογραφία. Μαζί με το χαμόγελο. Για τη Φώφη νομίζει. Αγνοώντας πως ο τελευταίος αποδέκτης του θα είμαι εγώ. Αγνοώντας, μαζί με τόσα άλλα που έκτοτε μεσολάβησαν, πως λίγα χρόνια αργότερα, μόλις οκτώ, το ’51, θα με φέρει στον κόσμο για να το εισπράξω σήμερα, άλλα 70 αργότερα.

Να μην αμελήσω να δώσω ένα αντίγραφο στην αγαπημένη της Φώφη, εκείνη είναι ακόμη εν ζωή.