Στη Ροτόντα, ένα κυπαρίσσι είδε

Η Πολιτιστική Εταιρεία στηρίζει το περιοδικό «Εντευκτήριο», ένα από τα ποιοτικότερα λογοτεχνικά περιοδικά της χώρας.

ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΑΡΘΡΑ

Στη Ροτόντα, ένα κυπαρίσσι είδε

του Σάκη Σερέφα 

Ένας παππούς με ένα μπαούλο στην πλάτη περνάει την είσοδο του περιβόλου και μπαίνει σκυφτός στο κτίσμα. Μια ξυπόλητη πενταετής πιτσιρίκα με κατάξανθες πλεξούδες βαλκάνιας τεχνοτροπίας περνάει την είσοδο και μπαίνει. Μια γραία με έναν μπόγο στην πλάτη περνάει την είσοδο κουτσαίνοντας και μπαίνει στο κτίσμα. Την υποβαστάζει η θυγατέρα της, μια λιανή σαραντάρα, ύπανδρος κόρη άκληρος, βακτηρία του γήρατός της. Και ο άκληρος άντρας της πού είναι; Εκείνος έμεινε στην Κέρκυρα. Εκεί όπου κατέφυγαν, μέσω Αλβανίας, εκατόν πενήντα χιλιάδες σέρβοι στρατιώτες, μαζί με πολίτες, έπειτα από την κατάληψη της Σερβίας από τους Αυστριακούς και τους Βούλγαρους τον Νοέμβριο του 1915, κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. «Το νησί της Σωτηρίας», έτσι το ονόμασαν οι έρμοι, οι οποίοι αποδεκατίζονται από την πείνα, τη χολέρα, τον τύφο, τη δυσεντερία και τις κακουχίες που πέσαν πάνω τους μέχρι να φτάσουν εκεί. Οι Σύμμαχοι στήνουν ένα πρόχειρο στρατιωτικό νοσοκομείο στη νησίδα του Βίδο, όμως ο αριθμός των νεκρών είναι τόσο μεγάλος, και το πετρώδες έδαφος του Βίδο τόσο ακατάλληλο για ενταφιασμό, ώστε τα νεκρά σώματα των Σέρβων αναγκαστικά καταποντίζονται στην ανοιχτή θάλασσα, όμως τα κύματα τα ξεβράζουν και πάλι στις ακτές. Σε αυτά τα νερά πλατσουρίζουν αμέριμνα τα πίτσικα των δημοτικών κατασκηνώσεων που υπάρχουν σήμερα στο Βίδο. Ακόμα και τα όργανα της στρατιωτικής μπάντας θάφτηκαν βαθιά στη γη για να μη μεταδοθούν οι νόσοι. Ανάμεσα στους στρατιώτες βρίσκεται κι ο σέρβος ποιητής Μιλούτιν Μπόγιτς, που γράφει το ποίημα «Γαλάζιος τάφος» για τους ποντισμένους νεκρούς:

Μνημόσυνο περήφανο η νύχτα αξιώνει σε τούτα τ’ άγια νερά
Εδώ βαθιά, που τα όστρακα βαθύς βαραίνει ύπνος
και μαύρη γης πλακώνει τη νέκρα των φυκιών
τάφος γενναίων κείτεται, πλάι σ’ αδελφό αδελφός […].

Περνά και περνά το ταλαίπωρο σερβικό ανθρωπομάνι την πύλη της Ροτόντας για να στεγάσει τα κουρέλια του μέσα εκεί, μα κανείς τους δεν έχει την όρεξη να γυρίσει και να δει το κυπαρίσσι που βρίσκεται στ’ αριστερά. Δεν είναι ώρα για κυπαρίσσια τώρα.

Ένας γερμανός στρατιώτης περνάει την είσοδο του περιβόλου κρατώντας ένα ποτιστήρι στο χέρι. Δεν έχει καμιά όρεξη, ούτε κι αυτός, να γυρίσει και να δει το κυπαρίσσι που βρίσκεται στ’ αριστερά. Δεν είναι ώρα για κυπαρίσσια τώρα. Πλησιάζει ένα κεφάλι και το ρένει με νερό. Το κεφάλι είναι ακουμπισμένο πάνω στη βάση ενός κίονα, στην αυλή της Ροτόντας. Μόνο το κεφάλι. Έχει μεταφερθεί εδώ από τη σημερινή Ρωμαϊκή Αγορά της πόλης. Εκεί το βρήκανε. Ένα μαρμάρινο κεφάλι και λίγο παραπέρα το μαρμάρινο σώμα του. Βάλανε οι Γερμανοί τους πολωνούς αιχμαλώτους να σκάψουνε ορύγματα κι έτσι βρέθηκε το ρωμαϊκό άγαλμα στον τύπο της «Μικρής Ηρακλειώτισσας». Παριστάνει μια εξέχουσα προσωπικότητα της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης, πιθανόν τη Βεβία Αλεξάνδρα, αρχιέρεια του 3ου αιώνα μ.Χ., μέλος αριστοκρατικής οικογενείας και μεγάλη χορηγός έργων. Είναι Μάρτιος του 1944, βαρβάτη Κατοχή. Η γερμανική διοίκηση της πόλης παραδίδει το άγαλμα στους έλληνες αρχαιολόγους σε μία πομπώδη τελετή, παρουσία των γερμανικών αρχών στη Ροτόντα. Οι Ναζί, σε επίδειξη τάχα πολιτιστικής ανωτερότητας, δημοσιεύουν επιστολή στο Τύπο λέγοντας: «Το άγαλμα σε μια γιορταστική εκδήλωση παραδόθηκε στη μέριμνα της ελληνικής κυβέρνησης. Έτσι βοηθάει ο γερμανικός στρατός του Γ΄ Ράιχ τις χώρες που κατέχει να αποκτήσουν πολύτιμα πολιτιστικά αγαθά, ενώ οι Αγγλοαμερικανοί κλέβουν γλυπτά και πίνακες στην “απελευθερωμένη” Ιταλία για να τα ξεπουλήσουν στην πατρίδα τους μέσω Εβραίων λαθρεμπόρων». Να γιατί το πλένει με το ποτιστήρι το κεφάλι. Για να το προσηλώσει καθαρό στο σώμα λίγο πριν την τελετή και πριν την τοποθέτησή του στο εσωτερικό του μνημείου. Μόνο που το άγαλμα έμεινε για πολύ λίγο σε ελληνικά χέρια. Στις 31 Μαΐου του 1944 οι Ναζί το αρπάζουν, παρά τις αντιδράσεις του τότε εφόρου Αρχαιοτήτων Στυλιανού Πελεκανίδη. Ποια είναι η δικαιολογία; Το άγαλμα θα φυλαχτεί, δήθεν, στο κτήριο της Κομαντατούρ, προκειμένου να προστατευτεί από τους βομβαρδισμούς. Έπειτα από προσωπικό τηλεγράφημα του Χίτλερ, το άγαλμα μεταφέρεται αρχικά στο προσωπικό μουσείο του και, στη συνέχεια, λόγω των βομβαρδισμών, στην έπαυλη του Γκέμπελς. Μετά τη λήξη του πολέμου εντοπίζεται στα 1945 από αμερικανούς στρατιώτες στο εγκαταλελειμμένο αλατωρυχείο του Μπαντ Άουζε (Aussee) της Αυστρίας ανάμεσα σε πολλά άλλα έργα τέχνης που είχαν λεηλατηθεί από τους Ναζί. Η σκηνή αποτυπώνεται στην ταινία The Monuments Men (2014). Όμως τώρα κινδυνεύει να μεταφερθεί μαζί με άλλες αρχαιότητες στον Νέο Κόσμο. Ο αγώνας για τον επαναπατρισμό που μεσολάβησε, από τον έφορο Αρχαιοτήτων Θεσσαλονίκης Στ. Πελεκανίδη, αποδίδει. Οι συμμαχικές δυνάμεις μεταφέρουν την Ηρακλειώτισσα στην Κεντρική Μονάδα Συγκέντρωσης Έργων στο Μόναχο απ’ όπου τελικά το παρέλαβε ελληνική αντιπροσωπεία. Επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη το 1947 και σήμερα μπορεί κανείς να το δει στο Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης.

Ένας εργάτης περνάει την είσοδο του περιβόλου βαρυφορτωμένος με μεταλλικούς δακτυλίους περίσφιξης. Αν γυρίζει να δει το κυπαρίσσι; Ούτε να το σκέφτεσθε. Άραγε τι έχει κατά νου να περισφίξει; Στρίβει λίγο δεξιά κι αρχίζει να ανεβαίνει τις σκαλωσιές που περικλείουν σαν κορσές τον μιναρέ. Α, ώστε αυτόν πρόκειται να περι σφίξει. Βρισκόμαστε στα 1981, τρία χρόνια μετά τον μεγάλο σεισμό, κι έχουν αρχίσει οι εργασίες προσωρινής υποστύλωσης του βλαμμένου μιναρέ. Ο οποίος γλίτωσε στο παραλίγο την κατεδάφισή του στα 1925. Τον Γενάρη αυτού του έτους είναι που το δημοτικό συμβούλιο της πόλης πρότεινε στη Γενική Διοίκηση την κατεδάφιση των 26 μιναρέδων της πόλης «ίνα εκλείψη η ανάμνησις του ζυγού της τουρκοκρατίας, διατηρουμένου μόνον του μιναρέ του τεμένους του Χαμζά Βέη Τζαμί2 όπερ χρησιμοποιείται ήδη μόνον ως ευκτήριος οίκος των ενταύθα ολίγων μουσουλμάνων». Όμως τελικά το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών αποφάσισε να εξαιρεθεί από την κατεδάφιση ο μιναρές της Ροτόντας.

Πολύ πολύ μπροστά από την εποχή του, ο πρώην υπουργός Αλεξ. Παπαναστασίου εξανίσταται: «Λυπάμαι διότι πολλά από τα μουσουλμανικά μνημεία εκολοβώθησαν διά της κατεδαφίσεως των μιναρέδων. Παραδέχομαι ως ορθήν και λογικήν την κατεδάφισιν των μιναρέδων των παλαιών χριστιανικών εκκλησιών που είχαν μεταβληθή εις τζαμιά. Αλλά το κρήμνισμα των μιναρέδων των τζαμιών που προσαρμόζοντο  τόσον εις αυτά αποτελεί βάναυσον πράξιν προκληθείσαν από ανόητον σωβινισμόν. Εφαντάσθησαν οι διατάζοντες την κατεδάφισιν ότι έτσι εξαφανίζονται τα ίχνη της τουρκικής κατακτήσεως. Αλλ’ η ιστορία δεν διαγράφεται με την κατεδάφισιν αθώων μνημείων τα οποία εκαλλώπιζον την πόλιν. Οι Τούρκοι επέδειξαν μεγαλύτερον σεβασμόν εις τα δικά μας μνημεία. Το γεγονός ότι τα Ελληνικά μνημεία είναι πολύ μεγαλύτερης τέχνης από τα Τουρκικά δεν δικαιολογεί την κατακρήμνισιν των τελευταίων τα οποία είναι εθνικόν κτήμα, έχουν αξίαν και πρέπει να μένουν σεβαστά. Η εξαφάνισις των ιχνών της κατακτήσεως πρέπει να γίνη μόνον διά της εξυψώσεως του ιδικού μας πολιτισμού».

Έτσι σώθηκε ο μιναρές, όπως και το σπίτι του ιμάμη και της οικογένειάς τους στ’ αριστερά της εισόδου στη Ροτόντα, το οποίο είναι σε χρήση από την 9η Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων. Όμως υπάρχει και κάτι άλλο που τον έσωσε από την κατάρρευση στον σεισμό του ’78. Ο καθαρισμός της κεφαλής του αγάλματος της λεγόμενης «Μικρής Ηρακλειώτισσας» στην αυλή της Ροτόντας, στα 1944. Είναι η κόκκινη άργιλος του υπεδάφους στην οποία εδράζονται τα θεμέλιά του σε βάθος έξι μέτρων, η οποία χαρακτηρίζει τη στρωματογραφία της περιοχής. Σε αυτήν την κόκκινη άργιλο (πλούσια σε σίδηρο και ιχνοστοιχεία, ιδανική για ξηρές και ευαίσθητες επιδερμίδες και κουρασμένο δέρμα με ανάγκη για λάμψη) οφείλεται, μεταξύ άλλων, η ελαστική απόκριση της θεμελίωσης του μιναρέ κατά τον σεισμό, με αποτέλεσμα οι περισσότερες βλάβες να παρατηρηθούν στο ανώτερο 50% της 36μετρης λυγηρής ανωδομής του. Από τα λίγα δέντρα που μπορούν να ριζώσουν στο βαρύ και με κακή αποστράγγιση υπέδαφος της κόκκινης αργίλου είναι το κατέναντι υπεραιωνόβιο κυπαρίσσι. Που όλα τα είδε. Δεν αξίζει να του ρίξετε μια περαστική ματιά.