ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΑΡΘΡΑ
Πλάνα αποθηκών
του Γιώργου Σκαμπαρδώνη

Ποτέ δεν θα μπορούσαν να φανταστούν εκείνοι που πρωτόχτισαν αυτές τις αποθήκες του λιμένος (επί Τουρκοκρατίας) για να στοιβάζονται εντός τους τα εμπορεύματα που έρχονταν απέξω, ή έφευγαν από εδώ προς το εξωτερικό, ότι κάποτε θα γίνονταν εντευκτήρια Τέχνης, και μέσα τους θα κυκλοφορούσαν διοπτροφόροι σινεφίλ, αντί νταβραντισμένοι λιμενεργάτες και αποθηκάριοι.
Αν δει κανείς μόνο τη φωτογραφία και δεν ξέρει το μέρος, ίσως μόνο από τον γερανό που υψώνεται αριστερά πίσω και παίζει και ρόλο ιστού σημαίας θα μπορούσε να συμπεράνει πως πρόκειται για τέως ντεπό λιμένος, για χώρους απολύτως χρηστικούς, κι όχι για αίθουσες πια, όπου αντί για στάρια, σουσάμια, κριθάρια, άλευρα και άλλα προϊόντα που αποθηκεύονταν, τώρα ακούει κανείς μόνο για ταινίες, σεκάνς, πλάνα και σενάρια. Εκεί που μαζεύονταν κι εργάζονταν τα τσούρμα από τον Οίκο του Ναύτου, αλλά και σημειωτές, φορτηγατζήδες, ζυγιστές, ναυτικοί και εκτελωνιστές, τώρα γίνονται συνεντεύξεις Τύπου και συγκεντρώνονται κινηματογραφόφιλοι να φιλονικήσουν για τον Παζολίνι ή για τη νέα ταινία του Αλεχάντρο Γκονσάλες Ινιάριτου.
Άλλοι θα το δούνε ως εκφυλισμό, κι άλλοι ως προαγωγή κι ανάταση. Ιδίως γιατί οι δυο αποθήκες βρίσκονται μέσα στο λιμάνι, που είναι η πιο σκληρή και βαθιά αλήθεια της πόλης, η όντως, η ρεαλιστική ζωή, ο μόχθος του σώματος, το σκληρό αλισβερίσι, σε αντίθεση με την άυλη υπόσταση του κινηματογράφου. Άλλο το «Λιμάνι της αγωνίας» ως ταινία, και άλλο το λιμάνι της αγωνίας ως πραγματικότητα. Άλλο τα αμπάρια, τα σακιά, οι γερανοί, η φορτοεκφόρτωση, οι υπερωρίες τον Ιούλιο, οι γεφυροπλάστιγγες, τα μπουσουλάκια (χαρτάκια καταγραφής φορτώσεως), οι δειγματοληψίες, το κουβάλημα του τσουβαλιού στον ώμο, οι παλέτες, ο γάντζος του γερανού, κι άλλο η μαγεία του σινεμά, οι εστέτ αναλύσεις και οι υψηλού επιπέδου συζητήσεις, οι διαλέξεις και τα ντοκιμαντέρ.
Πρόκειται για εξέλιξη; Για διεύρυνση της ακτίνας δράσης της Τέχνης και του πολιτισμού; Μάλλον. Βοήθησε πολύ το Φεστιβάλ η επέκτασή του μέσα στο λιμάνι. Άλλωστε προηγήθηκε το Γεντί Κουλέ: εκεί που κάποτε δοκιμάζονταν άγριοι φυλακόβιοι και θανατοποινίτες, τώρα απαγγέλλουμε ευαίσθητα ποιήματα και αναπέμπουμε τρυφερά άσματα. Μόνο που κανείς πια δεν θα εμπνευστεί ούτε ποίημα, ούτε τραγούδι για το ίδιο το Γεντί Κουλέ, όπως παλιότερα. Ποιος ο λόγος; Κι άραγε θα γράψει κάποιος κάτι για την «Ελευθέρα Ζώνη» του λιμένος όπως κάποτε ο Γιώργος Ιωάννου, στίχους που μελοποίησε ο Μαμαγκάκης; Αμφίβολο. Αλλά, έτσι συμβαίνει. Πάντα υπάρχει κέρδος και χασούρα:
Φουλ λεωφορεία φτάνουν μες στη σκόνη
Πίσω μου καράβια, Ελευθέρα Ζώνη
Μαύρο καλντερίμι, κόκκινο φουστάνι
Σ’ τα ’φαγε τα φράγκα κείνο το τσογλάνι
Η ταινία της ζωής προχωρεί – μην τα θέλουμε όλα δικά μας.

