Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης στον Γιάννη Μαρή

ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΑΡΘΡΑ

Οι Εβραίοι της Θεσσαλονίκης στον Γιάννη Μαρή

του Γιάννη Καρατζόγλου

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Στον αναγνώστη του συγγραφέα αστυνομικών μυθιστορημάτων Γιάννη Μαρή, εντύπωση κάνει η συχνή αναφορά στους Εβραίους και την τραγωδία τους. Ο   Γιάννης Μαρής (ψευδώνυμο του Γιάννη Τσιριμώκου, 1916-1979) είναι γνωστό ότι πέρασε τα νεανικά του χρόνια στη Θεσσαλονίκη ως φοιτητής της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ και βίωσε από κοντά τα γεγονότα της περιόδου 1933-1940 στην πόλη, πριν στρατευτεί και λάβει μέρος στο Αλβανικό έπος (1940-41) . Ως νεαρός συνδικαλιστής με ενεργό συμμετοχή στο «φοιτητικό κίνημα» της εποχής, σύχναζε στο φοιτητικό καφενείο «Νέος Παρθενών» και μάλιστα, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Κώστα Τομανά[1] το τραγούδι της απεργίας  του 1935 «Στην απεργία, στην απεργία, εμπρός με θάρρος φοιτητές ,  στον αγώνα ενωμένοι για να βγούμε νικητές….» αποτελεί δική του σύνθεση.

Έτσι, λοιπόν, διέθετε  βιωματική γνώση της σύνθεσης του πληθυσμού της Θεσσαλονίκης πριν τον πόλεμο με την πολυάνθρωπη παρουσία Εβραίων η οποία  φαίνεται πως τον εντυπωσίασε ώστε να σφραγίσει ένα μέρος του συγγραφικού του έργου. Ακόμα είναι εξίσου πιθανό να είχε συναντήσει εβραίους συμπολεμιστές κατά την Κατοχή εκεί πάνω στα βουνά της Ευρυτανίας ως αντάρτης στο ΕΑΜ, από εκείνους που διέφυγαν από την Αθήνα και οι οποίοι σύμφωνα με διάφορες πηγές[2] έφθαναν τα 1000 άτομα περίπου στην ορεινή Στερεά Ελλάδα.

Επιπροσθέτως, τα γεγονότα της Κατοχής , η εκτόπιση των Εβραίων της Ελλάδος και ιδίως της Θεσσαλονίκης στα στρατόπεδα του θανάτου και η εξολόθρευσή τους εκεί, φαίνεται ότι άφησαν έντονη σφραγίδα στην ψυχή του. Εκ τούτου και η ενασχόληση του με την κοινωνική αποκατάσταση των δοσίλογων της Κατοχής και τη μη τιμωρία τους από το μεταπολεμικό Κράτος, όπως και η αντίστοιχη ατιμωρησία των ναζιστών στην μεταπολεμική Γερμανία, η διαφυγή πολλών στις νοτιοαμερικανικές χώρες όπως  και η ένταξή ορισμένων  στην κοινωνία ή ακόμα και σε κυβερνητικές θέσεις. Η παραμονή του στη Θεσσαλονίκη ως ανταποκριτή, απεσταλμένου της εφημερίδας «Μάχη» αμέσως μετά την δολοφονία του Πόλκ τον Μάιο 1948 αλλά και κατά τη διάρκεια της δίκης του Γρηγόρη Στακτόπουλου τον Απρίλιο 1949, του έδωσαν τη δυνατότητα αλλά και την ευκαιρία να συγκρίνει την προπολεμική Θεσσαλονίκη που γνώριζε ως φοιτητής,  , με την «άλλη πόλη», στην οποία νέες κοινωνικές ομάδες που επωφελήθηκαν της Κατοχής είχαν επιβληθεί.  Μερικά χρόνια αργότερα,  δυο δίκες , η δίκη του Μαξ Μέρτεν στην Ελλάδα και εκείνη του Άιχμαν στο Ισραήλ, θα αποτελέσουν επίσης για τον Μαρή πηγή έμπνευσης.

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΒΡΑΪΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ

Ήδη από το πρώτο του μυθιστόρημα, το «Έγκλημα στο Κολωνάκι» του 1953, δημοσιευμένο στο περιοδικό «Οικογένεια», ο Μαρής αναφερόμενος στον «δολοφονημένο ζωγράφο Καρνέζη», τον εμφανίζει ως έναν τυχοδιώκτη που κατά την Κατοχή καταφέρνει να ενταχθεί σε μια ομάδα της Αντίστασης, την  προδίδει, με αποτέλεσμα τον τυφεκισμό όλων των μελών της  πλην του ιδίου ο οποίος μετά την απελευθέρωση  κυκλοφορεί ελεύθερος «ελλείψει στοιχείων» παρά τις σε βάρος του καταγγελίες. Επισημαίνεται ότι στο 1953 βρισκόμαστε εννέα μόλις χρόνια μετά την απελευθέρωση, και οι μνήμες της Κατοχής είναι ακόμα νωπές.

Ένα χρόνο αργότερα, (1954) στο μυθιστόρημα  «Έγκλημα στα παρασκήνια» έχουμε την  πρώτη αναφορά του Γιάννη Μαρή στους Εβραίους και την Κατοχή . Η υπόθεση αναφέρεται σε ένα «χαρτοπαίκτη, σπιούνο των Γερμανών, εκβιαστή», που κατά την Κατοχή «είχε αρχίσει την καριέρα του προδίδοντας Εβραίους στους Γερμανούς» ως ύποπτο της δολοφονίας της ηθοποιού Ρόζας Βαργή

Την επόμενη χρονιά (1955) στο «Ζήτημα εμπιστοσύνης» ο Μαρής περιγράφει το παρελθόν του πρωταγωνιστή Χάρη Μαυρίδη: «Μια ιστορία της Κατοχής, κάτι προκηρύξεις της αντίστασης που βρέθηκαν στη γειτονιά του, έκαναν τον πατέρα του κι αυτόν να βρεθούν στα κρατητήρια της Γκεστάπο χωρίς να το καταλάβουν…. Στο στρατόπεδο συγκεντρώσεως που τον έκλεισαν –ένα από τα στρατόπεδα που δεν είναι ένδοξα όπως το Άουσβιτς και το Μπούχενβαλτ- βρέθηκε τελείως μόνος. Όταν τον απελευθέρωσαν οι Αμερικανοί δεν είχε κανέναν να τον περιμένει στην Ελλάδα και δεν γύρισε». Εδώ ο Μαρής  επιχειρεί αντιδιαστολή των αποτελεσμάτων εκτόπισης σε «μικρά» ανώνυμα στρατόπεδα σε σχέση με τα άλλα τα «ένδοξα»

Το θέμα της σωτηρίας Εβραίων κατά την Κατοχή από αντιστασιακές οργανώσεις απασχολεί τον Μαρή  στο μυθιστόρημα του 1958 «Αύριο και για πάντα». Εκεί η «πρωταγωνίστρια» ταξιδεύει στη Χαλκιδική και μέσα από τη διήγηση ενός φαρμακοποιού από την Ιερισσό θα ανακαλύψει το παρελθόν του Κονταρίνη, συνεργάτη του πατέρα της: «Τον θαυμάζω.. θα ξέρετε ασφαλώς, αφού είναι φίλος σας, πόσο υπέροχος υπήρξε στην υπόθεση των Εβραίων» της λέει. Και εξηγείται: «Ο Κονταρίνης στην Κατοχή βρέθηκε στα μέρη μας. Η οργάνωση αντίστασης της οποίας ήταν επικεφαλής είχε αναλάβει να φυγαδεύσει μια ομάδα Ισραηλιτών – ξέρετε πόσο τους κυνηγούσαν οι Γερμανοί για να τους στείλουν στα κρεματόρια. Ο Κονταρίνης τους είχε κρύψει στα δάση της Χαλκιδικής όταν φαίνεται τον πρόδωσαν. Οι Γερμανοί τον έπιασαν, του ζήτησαν να φανερώσει το μέρος που τους έκρυβε. Αρνήθηκε και τον βασάνισαν. Κι όμως ο Κονταρίνης τα άντεξε όλα. Δεν μίλησε. Τριάντα γυναίκες και παιδιά σώθηκαν εξ αιτίας του. Υπήρξε θαύμα πώς κι ο ίδιος γλύτωσε.»

Το 1963 ,στην «Ακρόπολη» αρχίζει η δημοσίευση σε συνέχειες του  μυθιστορήματος του Μαρή με τίτλο «Μια γυναίκα από το παρελθόν».  Ο αστυνόμος Μπέκας, γνωστός αστυνομικός «ήρωας» του Μαρή, ανακαλύπτει πως  ο Μοράλες, πλούσιος νοτιαμερικανός, σύζυγος της Μάρας Κατακουζηνού, κατοχικής αγαπημένης του  ζωγράφου Χατζησταυρή  υπήρξε  «αγγελούδι των Ες-Ες» στο στόχαστρο των υπηρεσιών των Συμμάχων «τώρα και δεκαοκτώ χρόνια».  Παρακολουθώντας τον Μοράλες ο Μπέκας στο αεροδρόμιο, ανακαλύπτει ότι δεν είναι ο μόνος,  αλλά και κάποιος άλλος, που λίγο αργότερα ανακαλύπτει ότι είναι «ο Ισραηλίτης Μωρίς Σακκή». Τον επισκέπτεται και τον ρωτάει: «Έχετε οικογένεια κ. Σακκή;» για να εισπράξει την απάντηση : «Είχα». Ο Μπέκας συνεχίζει: «Θα πρέπει να μισείτε πολύ τους χιτλερικούς κ. Σακκή, ε;». Ο Σακκή κάτωχρος προσθέτει: «Εσείς, αν βλέπατε να σκοτώνουν μπροστά σας τη μητέρα σας, τον πατέρα, τα αδέρφια σας, τη γυναίκα σας, θα τους αγαπούσατε;» Καταλαβαίνω, ψιθυρίζει ο Μπέκας, για να προκαλέσει την έκρηξη του  Σακκή: «Όχι, δεν καταλαβαίνετε! Δεν μπορείτε ούτε εσείς, ούτε οι άλλοι που δεν τα ζήσατε, να καταλάβετε…. Εσείς δεν είδατε να πετάνε το χρονιάρικο μοναχοπαίδι σας στη φωτιά και να γελάνε. Όχι. Δεν το είδατε να καίγεται την ώρα που ακούγατε τα γέλια. Δεν σας έπνιξε η μυρωδιά της καμένης σάρκας του. Δεν μπορείτε να το καταλάβετε ποτέ! Ποτέ!» Το μυθιστόρημα κλείνει με την αποκάλυψη της Μάρας: «έχασα τον πατέρα, τη μητέρα μου, τα αδέρφια, τον μικρούλη μου αδερφό, ένα μωρό τριών χρονών. Ήξερα, είχα μάθει με ποιόν τρομερό τρόπο είχαν πεθάνει, αλλά πώς μπορούσα να ξέρω πως είναι αυτός; Πως είχα κοιμηθεί στην αγκαλιά του φονιά… πως με χάιδευαν τα χέρια, αυτά τα ίδια χέρια που είχαν συντρίψει το κεφάλι του μωρού μας

Ένα χρόνο αργότερα, το 1964 στο περιοδικό «Πρώτο» δημοσιεύεται το «Ένα πρόσωπο στη νύχτα» που αργότερα θα εκδοθεί με τον τίτλο «Επιχείρηση εκδίκηση» το οποίο εξ ολοκλήρου εκτυλίσσεται στη Θεσσαλονίκη .  Ο πρωταγωνιστής «Μακρής» έρχεται στην πόλη,  καταλύει στο ξενοδοχείο Μεντιτερανέ και συναντά τον φίλο του, δημοσιογράφο της «Μακεδονίας» ο οποίος θα του πει : «Στην κατοχή ο φίλος σου ο Λαμπρινός είχε ιδιαίτερες σχέσεις με τον Μέρτεν. Όχι ακριβώς δοσίλογος, οι «φιλίες» τους δεν ήταν απ’ αυτές που εμπίπτουν στον νόμο…. Τυπικά τον Λαμπρινό δεν τον βαραίνει τίποτε. Η υπηρεσία πληροφοριών είχε λόγους να υποπτεύεται πως ο κύριος αυτός είχε παίξει έναν περίεργο ρόλο στο θέμα των Εβραίων της Θεσσαλονίκης και ιδιαίτερα στο θέμα των περιουσιών τους, όμως χωρίς στοιχεία για τα το αποδείξει. Έτσι η απελευθέρωση δεν έθιξε καθόλου τον κύριο Λαμπρινό, που μπόρεσε άνετα να αξιοποιήσει τα όσα κέρδισε από τη συνεργασία αυτή και να εξελιχτεί σε δυνατό οικονομικό παράγοντα… Εκείνο που ξέρω είναι ότι και σήμερα οι περισσότερες δουλειές του Λαμπρινού γίνονται με εταιρίες της Δυτικής Γερμανίας…».

Συνταρακτική είναι η στιγμή που η Ελένη Λαμπρινού μιλάει για την οικογένειά της και την αδελφή της, η οποία επέζησε του Άουσβιτς: «Τους πήγαν στο στρατόπεδο του Άουσβιτς. Ξέρετε τι έγινε σ’ αυτό το στρατόπεδο. Όσα όμως κι αν ξέρετε, όσα κι αν διαβάσατε, δεν θα μπορέσετε ποτέ να νιώσετε τη φρίκη εκείνων των ημερών… Δεν καταλαβαίνετε, όπως δεν μπορεί να καταλάβει κανείς από εκείνους που δεν τα έζησαν. Εσείς δεν είδατε να παίζουν φουτ-μπωλ με το κορμάκι του μωρού που ήταν αδελφός σας. Εσείς δεν είδατε τα κτήνη των Ες-Ες να γελούν πάνω στο γυμνό κορμί του πατέρα σας, που διασκέδαζαν να το βουτούν σ’ ένα βαρέλι με παγωμένο νερό….» Στο έργο αυτό ο Μαρής  αναφέρεται, έστω και ακροθιγώς, στο ζήτημα «διαχείρισης» των εβραϊκών περιουσιών στη Θεσσαλονίκη και την μεταπολεμική πλήρη «άφεση αμαρτιών» για τους διαχειριστές , που κατά κανόνα εξελίχτηκαν σε οικονομικούς παράγοντες της πόλης.

Εξοχικό κέντρο ΚΑΛΑΜΑΚΙ φωτογραφία ΛΥΚΙΔΗ 1930

 

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΝΑΖΙ

Το παλιό καφενείο ΠΑΡΘΕΝΩΝ επί της Εθνικής Αμύνης

Στο τέλος της δεκαετίας του ‘50 σάλος είχε ξεσπάσει στην Ελλάδα με την «υπόθεση Μαξ Μέρτεν» . Τότε, και όχι μόνον , έντονες φήμες κυκλοφορούσαν ότι ο Μέρτεν ήρθε στην Ελλάδα σε αναζήτηση του «κρυμμένου θησαυρού» από την λεηλασία των εβραϊκών περιουσιών, που υποτίθεται ότι αριθμούσε εκατοντάδες χιλιάδες χρυσές λίρες, διαμάντια, χρυσά κοσμήματα κλπ. Το κατά του Μέρτεν παραπεμπτικό βούλευμα υποστήριζε τις φήμες αυτές και τις σχετικές δημοσιογραφικές αναφορές. Έτσι, μέσα σε αυτό το γενικό πλαίσιο, ο δημοσιογράφος Γιάννης Μαρής δεν αντιστάθηκε στον πειρασμό να εντάξει την περιρρέουσα φημολογία  στη δική του μυθοπλασία και  λίγο αργότερα ο Μαρής δημοσιεύει σε συνέχειες στην εφημερίδα «Ακρόπολη» τον «Μαύρο Άγγελο» που ως ενιαίο μυθιστόρημα θα γίνει γνωστό με τίτλο «Ο θάνατος του Τιμόθεου Κώνστα».

Εδώ, το «αφήγημα» αναφέρεται στην οργάνωση… κάτι ας πούμε σαν την Μαφία των Σικελών αυτονομιστών που είχαν δημιουργήσει στη Γερμανία «οι πιο φανατικοί παλικαράδες των Ες-Ες μετά τον πόλεμο, με σκοπό την εκδίκηση, την αποκατάσταση ή κάτι τέτοιο» με την επωνυμία «Μαύρος Άγγελος».  Τη δράση του «Μαύρου Αγγέλου» θα ξεδιπλώσει ο  αστυνόμος Μπέκας: «Ο Μαύρος Άγγελος σαν οργάνωση με πολιτικούς σκοπούς εκφυλίστηκε. Έμεινε όμως, σαν συμμορία κερδοσκόπων. Παρακολουθήσατε την δίκη του Μέρτεν της Θεσσαλονίκης; Εκεί έγινε λόγος για πολλές χιλιάδες λίρες που αφαιρέθηκαν από τους Εβραίους αλλά οι λίρες αυτές ούτε στα χαρτιά του γερμανικού στρατού βρέθηκαν, ούτε στις αποδείξεις των αναλόγων γερμανικών υπηρεσιών της κατοχής. Κι όμως, οι Γερμανοί έχουν μια τάξη σχολαστική. Ποιος πήρε αυτά τα τεράστια ποσά…; Οι δυο-τρεις τύποι σαν τον Μέρτεν; Όχι, γιατί τότε θα ήταν πάμπλουτοι και δεν είναι. Οι θησαυροί των Εβραίων πρέπει να έμειναν εδώ. Τους έκρυψαν για να γυρίσουν κάποτε να τους πάρουν…».

Έχει μεσολαβήσει η σύλληψη  κατόπιν  απαγωγής από πράκτορες της Μοσάντ και η δίκη του Άιχμαν (21/5/1960 και 11/4/1961 αντίστοιχα) καθώς και ο απαγχονισμός του (31/5/1962), εποχή που ξανάφερε στην επικαιρότητα μνήμες από τη δράση των ναζί και ειδικότερα των Ες-Ες κατά τον Πόλεμο, οπότε ο Μαρής γράφει και δημοσιεύει σε συνέχειες στην εφημερίδα «Απογευματινή» το 1963 το μυθιστόρημα «Τα χέρια της Αφροδίτης».  Πρόκειται και πάλι για ένα αφήγημα αναζήτησης χαμένου θησαυρού, με ανά την Ελλάδα συγκεντρώσεις και περιπλανήσεις δοσιλόγων και πρώην αξιωματικών των Ες-Ες που τους παρακολουθεί ο αστυνόμος Μπέκας. Η ιδιομορφία του νέου αφηγήματος είναι η βοήθεια που παρέχει στον Μπέκα ένας λοχαγός μυστικής υπηρεσίας του Ισραήλ  ονόματι Γιοέλ, που τυπικά είχε έρθει στην Ελλάδα για «να συγκροτήσει έναν κατάλογο των Ελλήνων Εβραίων που είχαν χαθεί στα γερμανικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως»  και  επιβεβαιώνει στον Μπέκα πως «ο θησαυρός βρίσκεται ακόμη εδώ. Μας ενδιαφέρει να τον βρούμε. Όταν λέω «μας», εννοώ τη χώρα σας και τη δική μου. Τη χώρα σας γιατί οι περιουσίες αυτές ανήκουν σε πολίτες της Ελλάδος και στους

κληρονόμους τους, τη χώρα μου γιατί οι πολίτες αυτοί της Ελλάδος είναι Εβραίοι, και κάμποσοι απ’ αυτούς μένουν στο Ισραήλ».

Το ίδιο αφήγημα περί «θησαυρού των Εβραίων», θα επαναλάβει σε συνέχειες ο Γιάννης Μαρής στην «Ακρόπολη» με τίτλο «Περιπέτεια» (1964). Ο πρωταγωνιστής πηγαίνει στη βίλα ενός φίλου όπου γνωρίζει την Αννιώ, η οποία του αποκαλύπτει πως ο πατέρας της Εβραίος από το Κάιρο, συλλέκτης έργων τέχνης, με δουλειές που λίγο πριν τον πόλεμο τον έφεραν στη Γαλλία, αμέσως μετά τη Συμφωνία του Μονάχου ήρθε στην Ελλάδα: «Το τι έγινε αργότερα το ξέρεις..Ο χείμαρρος του Χίτλερ έφτασε κι εδώ. Άρχισαν να κυνηγούν τους Εβραίους. Σκορπίσαμε. Εγώ ήμουν μωρό και μ΄ έκρυψαν εύκολα σε μια φιλική οικογένεια. Τον πάτερα μου τον έπιασαν. Η μητέρα για να σώσει τον άντρα της ξόδεψε ότι είχε και δεν είχε. Στο τέλος φανέρωσε τον θησαυρό – τη συλλογή – που είχε καταφέρει να κρύψει ο πατέρας της. Ένας αξιωματούχος της Γκεστάπο ήταν φιλότεχνος… Η μητέρα μου πρόσφερε στον Γκοτς, έτσι τον έλεγαν, τη συλλογή. Δεν κατάφερε να γλυτώσει τον πατέρα μας, αλλά γλύτωσε εμάς…».

Η Τράπεζα της Ελλάδος στην Κατοχή

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

Το πιο ώριμο και πιο συγκροτημένο μυθιστόρημα «Η εξαφάνιση του Τζων Αυλακιώτη» ο Γιάννης Μαρής το γράφει το 1976, τρία χρόνια πριν τον θάνατό του. Δημοσιεύεται  αρχικά στην «Ακρόπολη» και αναφέρεται  στα χρόνια του Μεταξά και της 4ης Αυγούστου, όταν  ο δημοσιογράφος «Κώστας Ανέστης» ενδίδει τελικά στην παράκληση της προ ετών αγαπημένης του Βάλιας  να ερευνήσει το παρελθόν του «εξαφανισμένου» συζύγου της Τζων Αυλακιώτη. Στην προσπάθεια του  να αντλήσει πληροφορίες περί Αυλακιώτη ο Ανέστης αναζητά την Μπιάνκα Καρατζόγλου, μια «εταίρα» της εποχής του Μεγάλου Πολέμου  η οποία  «το 1917-19 ήταν από τις πιο όμορφες και πιο γνωστές «κυρίες» της Θεσσαλονίκης –γνωστές βέβαια όχι για την «ηθική» της». Προς τούτο ο Ανέστης θα επισκεφθεί την μαντάμ-Όλγα του «Ρουά Ζωρζ», «πατρόνα του «σπιτιού» στην αρχή της Λεωφόρου Βασιλέως Γεωργίου, σε λίγη απόσταση από τον Λευκό Πύργο» (γνωστό «αριστοκρατικό» οίκο Ανοχής απέναντι από την Ηλεκτρική Εταιρία)[3] η οποία θα του αποκαλύψει  ότι η Μπιάνκα Καρατζόγλου πέθανε στο Παρίσι γύρω στα 1920, ακολουθώντας εκεί τον άνθρωπο που είχε αγαπήσει, τον  Τζων Αυλακιώτη, ο οποίος βρίσκεται ακόμα στη ζωή, όπως διαπιστώνει ο Ανέστης παρακολουθώντας το σπίτι της Βάλιας, για να σκοτωθεί  όμως την επόμενη. Από ποιους όμως και γιατί ο Ανέστης θα μάθει πολύ αργότερα όταν  το καλοκαίρι του 1944 θα ανεβεί «στο βουνό», «στην ελεύθερη Ελλάδα» (Μαρής;) ως συνοδός και διερμηνέας του Άγγλου ταγματάρχη Ουάλλας (υπαρκτό πρόσωπο, απεσταλμένος των Άγγλων στην Ελεύθερη Ελλάδα κατά την Κατοχή)[4], από τον οποίο θα μάθει ότι τον Αυλακιώτη τον σκότωσε η γερμανική κατασκοπεία , «οι φιλαράκοι του Φον Κανάρη». Την άνοιξη του 1958, ο δημοσιογράφος Ανέστης στο Παρίσι για να καλύψει τα γεγονότα της Αλγερίας, εγκατεστημένος στο ξενοδοχείο «Ρουά Σενκ» συναντά την Βάλια από την οποία θα ακούσει : «Το ξέρεις πως είμαι Εβραία; Ρωσοεβραία από τη μητέρα μου, με πατέρα Έλληνα της Ρωσίας».

Ο Μαξ Μέρτεν στην δίκη του το 1959

ΕΠΙΛΟΓΙΚΑ

Στα μέσα της δεκαετίας 1950-1960,, το ζήτημα «Θεσσαλονίκη-Εβραίοι-δοσίλογοι», ήταν ανύπαρκτο όχι μόνον στη λογοτεχνία αλλά και στην επικαιρότητα.

Αποτελούσε ένα θέμα ταμπού, ένα θέμα βαθιά καταχωνιασμένο για τη Θεσσαλονίκη και όχι μόνον  , καμία σχέση έχον με τη μυθιστορηματική μόδα των τελευταίων ετών, κατά την οποία  το θέμα «πουλάει».

Υπό την έννοια αυτή, οι συχνές αναφορές του Μαρή σε ένα οιονεί απαγορευμένο ζήτημα και μάλιστα κατά την πλέον συντηρητική περίοδο, αποτελούσε  πράξη πολιτική, βασισμένη σε μια ηθική-πολιτική θέση.

Σήμερα πια, η Θεσσαλονίκη «του» στην οποία συστηματικά ανέτρεχε, τα ξενοδοχεία Μεντιτερανέ και Παλλάς, το εστιατόριο Όλυμπος-Νάουσα, τα καφενεία Αστόρια Α’ και Β’, το «Αμέρικαν Μπαρ» της Κομνηνών, η «τούρκικη» Πάνω Πόλη, η Αρετσού,  το παραθαλάσσιο κέντρο «Καλαμάκι» είναι τοπόσημα του παρελθόντος.

Ο θησαυρός του Μαξ Μέρτεν, παρά τις επίπονες προσπάθειες δυτών, ραβδοσκόπων και ανιχνευτών χρυσού δεν βρέθηκε ούτε στη Σάμο, ούτε στη Φοινικούντα Μεσσηνίας ή στις υπώρειες του Ολύμπου.

Η άλλοτε ακμάζουσα Εβραϊκή κοινότητα της Θεσσαλονίκης αριθμεί πλέον μόνον μερικές εκατοντάδες μέλη.

Οι μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ έχουν πιο σύγχρονα καθήκοντα για να ασχοληθούν.

Τα μυθιστορήματα ωστόσο του Μαρή παραμένουν και σήμερα «ευπώλητα» à la recherche du temps perdu, μιας εποχής που χάθηκε ανεπιστρεπτί, φωτίζοντας σε πολλές περιπτώσεις την τότε κοινωνική της αλήθεια αλλά και θυμίζοντας στον σημερινό αναγνώστη τις εποχές του κατοχικού σπαραγμού και την εβραϊκή τραγωδία.

Ο χρυσός των Ναζί

 


[1] Τομανάς Κώστας, «Τα καφενεία της παλιάς Θεσσαλονίκης», Εκδοτική Ομάδα Θεσσαλονίκης, 1990.

[2] Χανδρινός Ιάσων στο τεύχος «Συναγωνιστής-Έλληνες Εβραίοι στην Εθνική Αντίσταση» Εκδ. Εβραϊκού Μουσείου Ελλάδος    2014 και Bowman Steven, “Η Αντίσταση των Εβραίων στην Κατοχική Ελλάδα», Εκδ. ΚΙΣ, 2013

[3] Στο βιβλίο του «Το Μπουρδέλο» (εκδ. Γράμματα, 1980) ο Ηλίας Πετρόπουλος το αναφέρει ως «οίκο ανοχής της Ηλεκτρικής Εταιρίας, Θεσσαλονίκη»- σελ. 41.

[4] Βλέπε για τον ταγματάρχη Νταίηβιντ Γουάλλας: https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9D%CF%84%CE%AD%CE%B7%CE%B2%CE%B9%CE%BD%CF%84_%CE%93%CE%BF%CF%85%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%82