ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΑΡΘΡΑ
Ο παραθαλάσσιος ναός του Αγίου Δημητρίου στη Θεσσαλονίκη
της Θάλειας Μαντοπούλου – Παναγιωτοπούλου

Η πυρκαγιά του 1890 ήταν από τις πιο καταστρεπτικές για τη Θεσσαλονίκη. Μέγιστη απώλεια ήταν ο μητροπολιτικός ναός της πόλης, που τότε ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Δημήτριο και βρισκόταν στη θέση του σημερινού Αγίου Γρηγορίου Παλαμά. Τον ναό αυτόν ο ιστορικός Πέτρος Παπαγεωργίου τον αποκαλούσε “μουσείο”, γιατί εδώ φυλάσσονταν πολλά ιστορικά κειμήλια, όπως η βυζαντινή εικόνα του πολιούχου, τα αρχεία της ελληνικής κοινότητας και το ιερό σκήνωμα του Παλαμά. Λίγα στοιχεία ήταν γνωστά για τον παραθαλάσσιο Άγιο Δημήτριο. Σε παλιότερο άρθρο μου έθετα τέσσερα βασικά ερωτήματα γι’ αυτόν. Η εμπλουτισμός της βιβλιογραφίας και η ανακάλυψη νέων ιστορικών ντοκουμέντων συμβάλλουν στην περαιτέρω διαλεύκανση των ερωτημάτων αυτών.
Το πρώτο ερώτημα αφορά το πότε έγινε μητροπολιτικός ναός. Η σειρά διαδοχής των καθεδρικών ναών στην πόλη μας θεωρείται πλέον τεκμηριωμένη με αρκετή ασφάλεια. Μητροπολιτικός ναός ήταν η Αγία Σοφία ως τη μετατροπή της σε τζαμί, στα 1523/24. Τότε η έδρα της μητρόπολης μεταφέρθηκε στη Ροτόντα, που λειτουργούσε ως ναός των Αγίων Αρχαγγέλων. Ο Άγιος Δπμήτριος έγινε μητροπολιτικός ναός όταν και η Ροτόντα μετατράπηκε σε τζαμί, στα 1590/91. Το γεγονός της μεταφοράς της μητρόπολης διηγείται ο γραμματέας της γαλλικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη, Sieur de la Croix στα 1679: «[…] ό Άγιος Δημήτριος είναι ή μητρόπολη πού έκτισε ό αύτοκράτορας Ανδρόνικος καί τήν αφιέρωσε στήν Παρθένο. Αλλά επειδή ό Μουράτ Α’ κατέλαβε τήν παλιά μητρόπολη γιά νά τήν μετατρέψη σέ τζαμί, οι Έλληνες πήραν τήν εκκλησία τής Παρθένου, τήν όποίαν αφιέρωσαν στόν Άγιο Δημήτριο, καί αύτήν εκαμαν μητρόπολή τους […]».
Η χρονολογία οικοδόμησης του ναού ήταν το δεύτερο ερώτημα, στο οποίο η οριστική απάντηση είναι το έτος 1699. Ένα φιρμάνι του ιεροδικείου Θεσσαλονίκης, γραμμένο στις 29 Ιουνίου 1699, αναφέρει ότι «[…] ή στέγη καί οι τοίχοι της άπό αύτοκρατορικης έτι κατακτήσεως εις χείρας των ραγιάδων καταλειφθείσης αρχαίας εκκλησίας των […] ήρχισαν νά καταστρέφονται καί νά καταρρέουν […]». Γι’ αυτό δόθηκε άδεια επισκευής «εις βαθμόν επιτρεπόμενον ύπό τοΰ ΐεροΰ δικαίου χωρίς νά μεταβληθη ό παλαιός ρυθμός […]». Παρά το γεγονός ότι η άδεια αφορούσε επισκευή, οι χριστιανοί κατεδάφισαν τον ναό και οικοδόμησαν καινούργιο, όπως καταδεικνύει η εικόνα του ναού που περιγράφεται παρακάτω. Η πρακτική αυτή είναι γνωστή και από άλλους μεταβυζαντινούς ναούς της πόλης. Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν μέσα σε σαράντα μέρες, όπως μαρτυρούσε η επιγραφή «1699, Αυγούστου 9», που υπήρχε σε τοίχο του. Την εποχή αυτή οι Έλληνες της Θεσσαλονίκης ανακάμπτουν. Ο πληθυσμός τους αυξάνεται και η οικονομική τους θέση βελτιώνεται. Η ανακαίνιση του μητροπολιτικού ναού είναι η πρώτη τους μέριμνα και ενέργεια.
Το τρίτο ερώτημα αφορά τη μορφή του ναού. Η περιγραφή που μας άφησε ο Παπαγεωργίου συμφωνεί με φωτογραφία η οποία πρόσφατα ανακαλύφθηκε στα αρχεία της Γενναδείου Βιβλιοθήκης. Η φωτογραφία έχει τίτλο ” Englisches Conscilat. Hachderm Brande von Salonique” (το Αγγλικό Προξενείο μετά την πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης) και χρονολογείται στα 1890. Το αγγλικό προξενείο στεγαζόταν στην οικία Χαρίση, που βρισκόταν στο οικοδομικό τετράγωνο το οποίο περιβάλλεται από τις οδούς Λασσάνη, Μητροπόλεως, Μητρ. Ιωσήφ και Πρ. Κορομηλά, και κάηκε στην πυρκαγιά. Ο Λευκός Πύργος αχνοφαίνεται πάνω δεξιά. Συνεπώς, εικονίζεται η συνοικία της Μητροπόλεως. Αριστερά διακρίνεται μία καμένη εκκλησία και δεξιά ένα άθικτο μονώροφο οίκημα με δίριχτη στέγη. Από τη σύγκριση με περιγραφές σε ιστορικά ντοκουμέντα, προκύπτει ότι πρόκειται για το οίκημα που αρχικά στέγαζε τα γραφεία του ελληνικού προξενείου. Το οίκημα αυτό είχε κτιστεί στα 1889 και σωζόταν έως μετά τους σεισμούς του 1978, οπότε έδωσε τη θέση του στο νέο κτίριο του 43ου Δημοτικού Σχολείου. Η ταύτιση αυτή βεβαιώνει ότι η κατεστραμμένη εκκλησία είναι ο παραθαλάσσιος Άγιος Δημήτριος.
Ο Άγιος Δημήτριος ήταν μία τρίκλιτη ξυλόστεγη μεταβυζαντινή βασιλική, όπως ακριβώς φαίνεται στη φωτογραφία. Σύμφωνα με τον Παπαγεωργίου, ο ναός ήταν «[…] μακρός μέν καί εύρύς, χαμηλός δέ καί ταπεινός[…]», «[…] εξωτερικως μέν καί εσωτερικως δέν ήδύνατο […] νά όνομασθη ωραίος […]». Δεν ήταν δηλαδή ένας μνημειώδης ναός, αλλά μία χαμηλή εκκλησία. «[…] ’Εφωτίζετο δ’ αμυδρως, δι’ εξ θυριδίων επί τοΰ βορείου κλίτους καί εξ άλλων επί τοΰ νοτίου, πρός αύτη κειμένων τη στέγη […]». Από τα παράθυρα αυτά διακρίνονται τα δύο, τα οποία πραγματικά βρίσκονταν κάτω από την απόληξη της στέγης. Ο εσωτερικός χώρος του ναού απέπνεε ιερό δέος. «[…] εν τω ΐερω έκείνω σκότει, ό [ιστορικός] θησαυρός εκείνος προσέδιδεν εις τό δλον κτίσμα άρρητον τε καί μυστηριώδες, ρίγους καταπληροΰν τήν ψυχήν τοΰ εισερχομένου […]». «[…] Εν τω εξωνάρθηκι τοΰ ναοΰ […]» υπήρχαν πολλοί και πυκνοί τάφοι αρχιερέων. Στη δυτική πλευρά του ναού διακρίνεται, σαν συνέχειά του, ένα τμήμα κτιρίου που διαφέρει από τον υπόλοιπο. Πρόκειται για τον εξωνάρθηκα που περιγράφει ο Παπαγεωργίου. Η προέκταση των μεταβυζαντινών ναών προς τα δυτικά, σύμφωνα με καινούργια αισθητικά πρότυπα, ήταν συνήθης κατά τον 19ο αιώνα.
Πίσω από τον ναό διακρίνεται το νοσοκομείο της Ελληνικής Κοινότητας, που είχε κτιστεί στα 1866 με το κληροδότημα του Θεαγένους Χαρίση. Στον κήπο του θα οικοδομηθεί αργότερα η νεοκλασική μητροπολιτική κατοικία. Δεξιά, πίσω από τα γραφεία του προξενείου, το κτίριο με τη βαμμένη σε κάνναβο στέγη στέγαζε δύο οικίες της ελληνικής κοινότητας. Το αγγλικό προξενείο, δηλαδή η οικία Χαρίση, που υπήρχε ήδη το 1841, ήταν μάλλον το κατεστραμμένο κτίριο με τα τοξωτά παράθυρα στη μέση της φωτογραφίας.
Το τελευταίο ερώτημα αφορά τον ναό που προϋπήρχε στη θέση του Αγίου Δημητρίου. Ο ναός αυτός ήταν αφιερωμένος στην Παναγία. Τιμήθηκε και στο όνομα του πολιούχου, όταν η γνωστή παλαιοχριστιανική βασιλική μετατράπηκε σε τζαμί στα 1491/92.
Το μητροπολιτικό συγκρότημα ήταν πάντα ένα βασικό τοπόσημο μέσα στη Θεσσαλονίκη. Πριν από την κατεδάφιση των θαλάσσιων τειχών, στα 1870, καταλάμβανε έκταση 11.200 τ.μ., κατά προσέγγιση. Η έκταση αυτή ήταν η μεγαλύτερη που ανήκε σε χριστιανικά χέρια μέσα στην πόλη κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας. Στο συγκρότημα περιλαμβάνονταν από τη βυζαντινή εποχή δύο ναοί: ένας αρκετά μεγάλος και λαμπρός, ώστε μετέπειτα να επιλεγεί για μητροπολιτικός, και ένας μικρός κοιμητηριακός, αφιερωμένος στον Άγιο Νικόλαο. Κατά την τουρκοκρατία περιλαμβανόταν και νοσοκομείο. Συμπεραίνεται λοιπόν ότι το μητροπολιτικό συγκρότημα καταλαμβάνει τη θέση μίας μεγάλης βυζαντινής μονής αφιερωμένης στην Παναγία, που ιδρύθηκε πιθανότατα στα χρόνια των Παλαιολόγων. Η ταύτισή της με κάποια από τις, γνωστές από τις πηγές, μονές είναι δελεαστική, αλλά σχεδόν αδύνατη χωρίς περαιτέρω στοιχεία. Έτσι, θα αφήσω τη λύση του προβλήματος για το μέλλον.

