Να ‘μαι κι εγώ στην πασαρέλα

Η Πολιτιστική Εταιρεία στηρίζει το περιοδικό «Εντευκτήριο», ένα από τα ποιοτικότερα λογοτεχνικά περιοδικά της χώρας.

ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΑΡΘΡΑ

Να ‘μαι κι εγώ στην πασαρέλα

του Σάκη Σερέφα 

Πλήθος στην προκυμαία της Θεσσαλονίκης μετά την πυρκαγιά του Αυγούστου 1917

Γνωρίζω πως υπάρχω σε πολλά αντίτυπα. Είμαι βέβαιος πως η μούρη μου είναι καταχωνιασμένη σε μαραγκιασμένα ερμάρια, σε ερμητικά μπαούλα, σε μυστηριώδη ντοσιέ, σε λαδωμένα άλμπουμ, με κάτι λεζάντες από κάτω της, όπως: «Τα βαφτίσια του Λαλάκη», «Μαρία-Μιχάλης love», «Η ωραία Καμάρα», «Πενθήμερη ολέ», «Δείγμα γήινου». Αναφέρομαι στην ακούσια παρουσία μου, ως περαστικού κομπάρσου, σε πλήθος φωτογραφιών που με περιέχουν κάπου στο φόντο τους, τραβηγμένων, χωρίς να το ’χω ψυλλιαστεί, από όντα που κυκλοφορούν ανάμεσά μας με αναλογικές φωτογραφικές μηχανές, με ψηφιακές φωτογραφικές μηχανές, με φωτογραφικές μηχανές κινητών τηλεφώνων και με βιντεοκάμερες, δηλαδή με όντα που κυκλοφορούν με τρίτο μάτι.

28 Μαΐου 1916. Διαδήλωση διαμαρτυρίας μπροστά στον Λευκό
Πύργογια την είσοδο των Βουλγάρων στη Μακεδονία.

Η Θεσσαλονίκη, ως γνωστόν, είναι φωτογενής και πολυφωτογραφημένη. Γιούπι! Το ίδιο, βέβαια, συμβαίνει και με άλλες πενήντα δύο χιλιάδες πόλεις αυτού του πλανήτη. Εφαρμόζοντας ένα μετριοπαθές μαθηματικό μοντέλο, διεθνώς αποδεκτό, υπολογίζω πως τα τελευταία 150 χρόνια η Θεσσαλονίκη πρέπει να έχει αποτυπωθεί σε περίπου 5.481.265 φωτογραφίες, ιδιωτικές και επαγγελματικές. Πολλές από αυτές αφορούν βαφτίσια, γάμους, κηδείες, εγκαίνια, διαδηλώσεις, ατυχήματα, πολιτικές συγκεντρώσεις. Με έναν ελάχιστο μέσο όρο δέκα ατόμων ως φόντο σε κάθε μία, το σύνολο των φωτογραφημένων ψυχών αγγίζει τα πενήντα εκατομμύρια, δηλαδή περίπου το σύνολο των ανθρώπων που έζησαν και πέθαναν στην πόλη σε αυτό το διάστημα. Στατιστικά, λοιπόν, αναλογεί στον καθένα μας από μία αποτύπωση στο βάθος μιας τυχαίας φωτογραφίας. Σα λίγο δεν ακούγεται;

16 Δεκεμβρίου 1954. Φοιτητική διαδήλωση
στη Θεσσαλονίκη για το Κυπριακό.

Ονειρεύομαι μια έκδοση αυτού του φωτογραφικού υλικού, με περιεχόμενό της μονάχα το έμβιο φόντο των φωτογραφιών, τους τυχαίους περαστικούς ―πεζούς και ποδηλάτες, γενειοφόρους και εργάτες, έγκυες και πανεπιστημιακούς, γιαγιάδες και τροχονόμους, σαλούς και συνδικαλιστές, πολιτιστικούς παράγοντες και λαχειοπώλες, αναγνώστες και συγγραφείς, τραπεζοκόμους και νεκροκομιστές―έτσι όπως βολτάρουν, εμέσουν, μορφάζουν, στροβιλίζονται, αυτοαναφλέγονται, απογειώνονται, στο φόντο της φωτογραφίας.

(Εκδότη, με διαβάζεις αυτήν τη στιγμή;)

Με τις κινηματογραφικές ταινίες, τα πράγματα είναι πολύ πιο ελεγχόμενα και χρηστικά. Μέσα στις περίπου εκατό ταινίες μεγάλου μήκους που γυρίστηκαν στη Θεσσαλονίκη, ο αριθμός των ανυποψία στων θνητών που κάνουν το μόνο της ζωής τους ντεμπούτο στο βάθος του πλάνου είναι τριψήφιος και αυστηρά ελεγχόμενος. Φρόντισε γι’ αυτό η αγοραφοβική ματιά των ελλήνων σκηνοθετών. Δείτε το Ταξίδι στην Ιταλίατου Ροσελίνι. Μελετήστε τις φιγούρες των περαστικών Ναπολιτάνων, φιλμαρισμένες καθ’ οδόν, μέσα από μια κούρσα, ενώ η ταινία ξετυλίγει τη μυθοπλασία της σε πρώτο πλάνο. Κάθε ευφυής σκηνοθέτης εκμεταλλεύεται τη χωρογραφία των αδέσποτων σωμάτων τα οποία διασχίζουν την υπαίθρια πασαρέλα της πόλης, στις παρυφές ή στο φόντο του κάδρου. Και πώς αλλιώς, αφού τα σώματα των πολιτών είναι βαφτισμένα στον πολτό του άστεως, προπονημένα για χρόνια να συστρέφονται με μιαν ορισμένη άνεση στους δρόμους όπου διαβαίνουν κι όπου τα τσακώνει τυχαία η κάμερα, γυμνασμένα να συσπειρώνονται στις διαβάσεις, να χαλαρώνουν στις ευθείες των πεζοδρομίων, μυώντας έτσι την κάμερα στις πρέπουσες κινήσεις και στον απαιτούμενο ρυθμό για την εξοικείωσή της με τα μεγέθη του άστεως μέσα στην ταινία. Οι ταινίες, όμως, που διαδραματίστηκαν στη Θεσσαλονίκη γύρισαν την πλάτη σε όλο αυτό το ωμό αγοραίο υλικό, και μαντρώθηκαν μέσα σε διαμερίσματα ή σε ομιχλώδη «ταμπλό βιβάν», με ελάχιστες εξαιρέσεις, ιδίως από τον χώρο των c-movies βιντεοταινιών. Αναζητήστε και δείτε σε αργή κίνηση το Τρελοί ληστές-Γυμνά διαμάντια(1988) του Κατσιμητσούλια. Ανεκδιήγητο μεν, πολύτιμο δε. Με τον φακό να σημαδεύει άγαρμπα τα πανικόβλητα σώματα των περαστικών χωρικών στην αίθουσα αναμονής του σιδηροδρομικού σταθμού ή τους ανυπότακτους συνταξιούχους που βολτάρουν στη θερμαΐδα παραλία: Ορέ, πού σε ξέρω, εσένα εκεί στο βάθος του πλάνου;