Η Θεσσαλονίκη και τα “dark stories” της

Η Πολιτιστική Εταιρεία στηρίζει το περιοδικό «Εντευκτήριο», ένα από τα ποιοτικότερα λογοτεχνικά περιοδικά της χώρας.

ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΑΡΘΡΑ

Η Θεσσαλονίκη και τα “dark stories” της

του Λέοντα Α. Ναρ 

 

Τα ρόδα έχουν αγκάθια, αλλά και η ιστορία δεν πάει πίσω, ιδιαίτερα όταν την πλησιάζουμε μέσα από «αναπλάσεις». Η πρόσφατη «ανάπλαση» της οδού Αγίου Μηνά, δηλαδή η πεζοδρόμηση σε συνδυασμό με την αφαίρεση της ασφάλτου, ώστε να φανούν το λιθόστρωτο και η παλιά τροχιοδρομική γραμμή, έφερε στην επικαιρότητα την ιστορία του δρόμου, όχι ως πραγματικό ερώτημα, αλλά ως άλλοθι. Κάθε πεζοδρόμηση λειτουργεί ως δημόσια πριμοδότηση των επιχειρήσεων «υγειονομικού ενδιαφέροντος» και ως αντικίνητρο παραμονής των παλαιών κατοίκων. Κατέστησε την οδό Αγίου Μηνά ένα μπαρ 24ωρης λειτουργίας. Η ήσυχη ατμόσφαιρα του απόκεντρου μέσα στην αγορά, η ατμόσφαιρα που χάρηκαν εκατοντάδες επαγγελματίες και έμποροι οι οποίοι εργάστηκαν κατά καιρούς στα κτήρια και τις στοές της οδού Αγίου Μηνά, χάθηκε προσώρας. Αφήστε τα ωραία και σκιερά δέντρα του δρόμου που μας άφησαν χρόνους εν ονόματι της «ανάπλασης». Η ανάδειξη του τροχιόδρομου –κατά τη γνώμη μου, χωρίς πρακτική σημασία– δεν συνιστά επαρκές αντίβαρο της καταστροφής. Αφήστε πια το λιθόστρωτο, που δυσκολεύει το βάδισμα σε διάφορες κατηγορίες πεζών. Κι αναρωτιέμαι, γιατί με τα χρήματα που δαπανήθηκαν δεν επιδιορθώθηκε στοιχειωδώς η ετοιμόρροπη στοά του Αγίου Μηνά, κτίσμα κάποιας ιστορικής αξίας, αφημένη στην τύχη της, που είναι και η τύχη όλων μας.

Η δημόσια συζήτηση γύρω από τις dark ιστορίες της Θεσσαλονίκης σηματοδοτεί, πολλές φορές, την άρση της λήθης και τη δυνατότητα να διερευνήσουμε πτυχές που σημάδεψαν τη συλλογική συνείδηση της πόλης. Eίναι το πλιάτσικο και η μεταπολεμική τύχη του παλιού εβραϊκού νεκροταφείου θέμα που αφορά μόνο την Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης, ή μήπως συνολικά τη νεότερη ελληνική, και επομένως και την ευρωπαϊκή ιστορία; Γιατί αυτή η ιστορία της πόλης άργησε να βγει στο φως; Με το ξεπατίκωμα του νεκροταφείου χιλιάδες εβραϊκές οικογένειες έχασαν οριστικά τα γενεαλογικά τους ίχνη και έτσι δεν έχουμε πια ενδείξεις για πολλούς σπουδαίους Εβραίους που είχαν ταφεί στη Θεσσαλονίκη.

Και βέβαια, μιλάμε για μια πόλη με ιστορία που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την εβραϊκή της κοινότητα, η οποία άκμαζε εδώ από τον 1ο αιώνα π.Χ., γιγαντώθηκε με τον διωγμό των Σεφαραδιτών από την Ισπανία και την εγκατάστασή τους στη Θεσσαλονίκη, και συρρικνώθηκε με την εξόντωση των 49.000 μελών της από το ναζιστικό καθεστώς της Γερμανίας στα κρεματόρια του Άουσβιτς-Μπίρκεναου.

Dark story είναι το γεγονός ότι μαρμάρινες πλάκες των τάφων χρησιμοποιήθηκαν από τον 19ο αιώνα για την ενίσχυση των τειχών της Θεσσαλονίκης, και το 1890, μετά την κατεδάφισή τους και τη διάνοιξη της οδού Χαμιδιέ (σημερινή Εθνικής Αμύνης), γεγονός που οδήγησε στην απαλλοτρίωση του ανατολικού τμήματος του νεκροταφείου.

Dark story είναι το γεγονός ότι το 1930 δημοσιεύεται νομοσχέδιο, έπειτα από σύσταση του Υπουργού – Γενικού Διοικητή Μακεδονίας Στυλιανού Γονατά, για την απαλλοτρίωση του νεκροταφείου, για τη μεταφορά του σε άλλο σημείο και την ίδρυση πανεπιστημίου στη θέση του.

Dark story είναι το γεγονός ότι το 1931, μετά το πογκρόμ και τον εμπρησμό της εβραϊκής συνοικίας Κάμπελ (στη σημερινή περιοχή Βότση), στις 29 Ιουνίου της ίδιας χρονιάς, εκατοντάδες τάφοι λεηλατήθηκαν από μέλη της φασιστικής οργάνωσης «3Ε».

Και βέβαια, δεν ξέρω πόσοι γνωρίζουν ότι το 1937 παραχωρήθηκε από την ισραηλίτικη κοινότητα, χωρίς καμία αποζημίωση, έκταση 12.399 τετραγωνικών μέτρων, προκειμένου να επεκταθεί το πανεπιστήμιο, αφού είχαν προηγηθεί συζητήσεις και διαβήματα για την απαλλοτρίωση και τη μετατροπή του σε άλσος, και ενώ ήδη είχε παραχωρηθεί από τον Δήμο Θεσσαλονίκης νέος χώρος στην περιοχή Ζέιτενλικ για το νέο εβραϊκό νεκροταφείο, που υπάρχει μέχρι και σήμερα, στη Σταυρούπολη.

Μια ολόκληρη νεκρόπολη (με 400.000 περίπου τάφους) μετατράπηκε σε μια απέραντη μάντρα οικοδομικών υλικών. Το ξέρω: αδυνατεί να πιστέψει κανείς ότι οι μαρμάρινες πλάκες που σκέπαζαν τους τάφους των νεκρών έγιναν στοίβες κάθε επίδοξου που ήθελε να φτιάξει το σπίτι του. Αδυνατεί επίσης να δεχτεί κάθε φυσιολογικός άνθρωπος ότι τα οικοδομικά υλικά χρησιμοποιήθηκαν για την επισκευή εκκλησιών, σχολείων, πεζοδρομίων, αυλών, δρόμων και σπιτιών. Ο Γενικός Διοικητής Μακεδονίας ενέκρινε αίτημα του Δήμου για να λάβει 100.000 τούβλα από το νεκροταφείο για μελλοντικές ανάγκες που μπορεί να προέκυπταν. Η Ιωαννίδειος Σχολή, για παράδειγμα, ζήτησε και έλαβε 50.000 τούβλα και 100 τ.μ. μαρμάρου για την κατασκευή των αποχωρητηρίων της. Αλλά και ο διευθυντής του μετέπειτα Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος ζήτησε από τις γερμανικές αρχές ταφόπλακες, με τις οποίες στρώθηκε η πλατεία και τα πεζοδρόμια γύρω από το Βασιλικό Θέατρο. Στις πρόσφατες εργασίες ανάπλασης της νέας παραλίας το θέαμα ήταν αποκρουστικό. Ο Ιστιοπλοϊκός Όμιλος πήρε 30.000 τούβλα για να χτίσει ένα υπαίθριο περίπτερο. Το αστείο ήταν ότι επειδή το πλιάτσικο στο νεκροταφείο συνεχιζόταν, οι τεχνικές υπηρεσίες του Δήμου επεσήμαναν τον κίνδυνο να εξαντληθούν (!) τα υλικά, ζητώντας να προχωρήσει άμεσα η μεταφορά στα εργοτάξια του Δήμου. Το πιο αποτρόπαιο: 17 από τις συνολικά 70 ενορίες της πόλης, μεταξύ αυτών και του Αγίου Δημητρίου, του πολιούχου της πόλης, κατέθεσαν ανάλογα αιτήματα για υλικά.

Τα σημάδια, λοιπόν, είχαν φανεί πριν από τον εκτοπισμό των μελών της ισραηλιτικής κοινότητας της πόλης στα ναζιστικά στρατόπεδα με τη βεβήλωση και καταστροφή της εβραϊκής νεκρόπολης. Κανείς δεν θα μπορούσε, βέβαια, να φανταστεί τη μεγάλη τραγωδία που θα ακολουθούσε μερικούς μήνες μετά, με τον βίαιο διωγμό των μελών της Ισραηλιτικής Κοινότητας στα κρεματόρια της Πολωνίας.

Αλλά και μετά, εξίσου dark ήταν και οι συνθήκες που επικράτησαν με την επιστροφή των ελάχιστων που γύρισαν ξανά στη Σαλονίκη. Η επιστροφή τους ήταν «μετέωρη», γιατί ο παππούς μου, μαζί με πολλούς άλλους βέβαια, ο οποίος είχε υπηρετήσει τη θητεία του στον ελληνικό στρατό στα τέλη της δεκαετίας του ’30, ο οποίος πολέμησε στο ελληνοϊταλικό μέτωπο μαζί με 11.000 Έλληνες Εβραίους συμπολεμιστές του, ο οποίος επέζησε από τα ναζιστικά στρατόπεδα θανάτου, γύρισε «Ξανά στη Σαλονίκη», αντιμετωπίζοντας το κλίμα της απαξίωσης από πολλούς θεσμικούς φορείς της πόλης, από το ίδιο το κράτος, κινδύνευσε να ψηφίσει σε χωριστό εκλογικό τμήμα, μαζί με τους άλλους ομόθρησκούς του, όπως, άλλωστε, είχε γίνει και προπολεμικά, έτσι για να ελέγχεται η ψήφος των μελών της συρρικνωμένης πληθυσμιακά Κοινότητας. Μεταπολεμικά, ευτυχώς, το συγκεκριμένο μέτρο αποσύρθηκε την παραμονή των εκλογών. Ευτυχώς, όμως, υπήρχαν πολλοί, συμπολίτες με σίγμα κεφαλαίο, που έβαλαν πλάτη και μετρίασαν τη δυσάρεστη αυτή πραγματικότητα.

Ο κίνδυνος για τους Ισραηλίτες ήταν ότι έμεναν αβοήθητοι, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις και συνθήκες που τους αφορούσαν ως επιζώντες των ναζιστικών στρατοπέδων. Κι αυτή ακριβώς η ιδιάζουσα «ισότητα» έκανε και τις διακοινοτικές σχέσεις ακόμη δυσκολότερες, μια και δηλητηριάστηκε συνολικά η κοινωνική ατμόσφαιρα, γεγονός που δυσχέραινε τις κοινωνικές συναναστροφές μεταξύ Εβραίων και μη Εβραίων, με σαφή αντίκτυπο στη συμπεριφορά και των δύο ομάδων.

Στις 25 Ιουνίου 1945, η Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης με υπόμνημά της έθεσε το θέμα της καταστροφής του εβραϊκού νεκροταφείου. Η καταστροφή είχε αρχίσει με το πρόσχημα της διάνοιξης μιας ευρείας οδού, χρήσιμης δήθεν για στρατιωτικούς λόγους. Η Ι.Κ.Θ. παρατήρησε, όμως, με έκπληξη ότι τα συνεργεία εργατών που είχαν σταλεί στο νεκροταφείο δεν περιορίστηκαν μόνο στη διάνοιξη της συγκεκριμένης οδού. Η καταστροφή είχε επεκταθεί με εκπληκτική ταχύτητα σε ευρεία περιφέρεια και η επέμβαση είχε λάβει γενικευμένη έκταση με τη συνδρομή εκατοντάδων εργατών του Δήμου που είχαν χρησιμοποιηθεί για τον σκοπό αυτό. Στους εναπομείναντες Εβραίους της Θεσσαλονίκης μεταβιβαζόταν το ιερό καθήκον να σώσουν ό,τι απέμεινε, ήταν χρέος μνήμης και αξιοπρέπειας όχι μόνο να σώσουν, αλλά και να διατηρήσουν τις ελάχιστες μνήμες.

Η καταστροφή του νεκροταφείου έκανε τους Εβραίους της Θεσσαλονίκης να αντιληφθούν ότι είχαν πολύ λίγους φίλους στο πλευρό τους. Η εκτεταμένη χρήση πλακών από το κατεστραμμένο νεκροταφείο από πολλούς φορείς της κοινωνίας της Θεσσαλονίκης προσέδιδε στην πράξη ένα επίχρισμα νομιμότητας. Σκεφτείτε πόσο σημαντικές είναι πρωτοβουλίες δημόσιας συζήτησης για αυτό το θέμα, αναλογιζόμενοι ότι στον χώρο του campus του Αριστοτελείου στήθηκε μόλις το 2014 ένα μνημείο αφιερωμένο στη μνήμη των νεκρών. Χρειάστηκαν, λοιπόν, 70 ολόκληρα χρόνια για το αυτονόητο. Πόσες χιλιάδες φοιτητές περπάτησαν στο campus στα 70 αυτά χρόνια, χωρίς να έχουν ιδέα για την ιστορία της πανεπιστημιούπολης.

Μετά από όλα αυτά, λοιπόν, εξακολουθούν κάποιοι να αναρωτιούνται γιατί οι Εβραίοι που επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη μετά την Κατοχή δεν μίλησαν για όσα είχαν βιώσει παρά μόνο αρκετές δεκαετίες αργότερα. Δεν μίλησαν λόγω της λεηλασίας των περιουσιών τους, δεν μίλησαν γιατί το παμπάλαιο νεκροταφείο της κοινότητας καταστράφηκε συθέμελα. Σήμερα, κι αυτό είναι το πιο σημαντικό, θέλω να πιστεύω πως οι σκιές πάνω από τη Θεσσαλονίκη, αλλά και από ολόκληρη τη χώρα, είναι ασθενείς και μειοψηφικές. Η μνήμη των νεκρών θα υπενθυμίζει στους αμετανόητους οπαδούς τής κάθε είδους ακρότητας ότι οι νεκροί είναι πιο δυνατοί από τους ίδιους, επειδή ο ανθρώπινος πολιτισμός είναι πάντα πιο δυνατός από τη δική τους βαρβαρότητα.