ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΑΡΘΡΑ
Η μικρή ιστορία του Μεναχέμ Μπενβενίστε
του Ευάγγελου Χεκίμογλου

Η ιστορία αυτή δεν είναι φανταστική. Οφείλω να σας το ομολογήσω αυτό από την αρχή, για να μην έχουμε παρεξηγήσεις. Επίσης, δεν είναι και πολύ διασκεδαστική. Θα μπορούσατε να την είχατε διαβάσει σε έναν ογκώδη τόμο, συνοδευόμενη από πολλές υποσημειώσεις και ανιαρή βιβλιογραφία. Αν, όμως, σας την παρουσίαζα με τον τρόπο αυτό, ο Μεναχέμ θα έμενε ανικανοποίητος. Διότι ο Μεναχέμ δεν ήταν τύπος των τόμων και των υποσημειώσεων. Ήταν τύπος, αλλά διόλου τυπικός.
Τι ξέρω για τον Μεναχέμ; Το 1926 ήταν απόφοιτος της ιδιωτικής Εμπορικής Σχολής Αλτσέχ, από την οποία αποφοίτησε με διαγωγή «επαινετή (κοσμία)» και βαθμό «επτά και δύο δέκατα τέταρτα», τίποτε το εξαιρετικό δηλαδή. Το απολυτήριο της σχολής αυτής του έδινε το δικαίωμα να δώσει εξετάσεις και να πάρει απολυτήριο μέσης εκπαίδευσης, αλλά ο Μεναχέμ δεν μπήκε σε αυτόν τον κόπο. Είχε μάθει γαλλικά, εμπορική αλληλογραφία και λογιστική, γνώσεις που υπό κανονικές συνθήκες θα του εξασφάλιζαν αμέσως εργασία και ευπρεπή μισθό. Αφήστε τη γνώση της ελληνικής και της εβραιοϊσπανικής. Μεσολάβησε, όμως, η διεθνής ύφεση και τα σχέδια άλλαξαν. Όχι μόνον του Μεναχέμ, αλλά του κόσμου ολόκληρου.
Το 1931 έλαβε από την École française d’Athènes τον τίτλο με την ονομασία diplome de bachelier de l’enseignement secondaire, με κύριο μάθημα τα μαθηματικά. Το diplome de bachelier χορηγείται και σήμερα σε μερικές χώρες, δεν έχει όμως παντού την ίδια αξία. Αλλού θεωρείται πλήρης τίτλος μέσης εκπαίδευσης του οποίου ο κάτοχος γίνεται δεκτός στο πανεπιστήμιο, αλλού απαιτείται ένας επιπλέον χρόνος σπουδών. Στην Ελλάδα, μια γαλλοελληνική πολιτιστική συμφωνία είχε καθορίσει ότι ο κάτοχος τουdiplome de bachelier αποκτούσε δικαίωμα συμμετοχής σε πανεπιστημιακές εισαγωγικές εξετάσεις. Όμως η συμφωνία δεν προέβλεπε επαγγελματικά δικαιώματα. Ήταν, δηλαδή, τίτλος ισότιμος με το απολυτήριο πλήρους γυμνασίου μόνον σε ό,τι αφορούσε την ακαδημαϊκή αξία.
Ο Μεναχέμ δημοτικός υπάλληλος
Ο Μεναχέμ (δεν έμαθα με ποιο τρόπο) τακτοποίησε τις στρατολογικές υποχρεώσεις του, εξασφαλίζοντας πιστοποιητικό έφεδρου αγύμναστου. Τον Ιούνιο του 1935, επί δημαρχίας Νικολάου Μάνου, ο οποίος ψηφιζόταν σε μεγάλο ποσοστό από τον εβραϊκό πληθυσμό, προσλήφθηκε στην Ταμειακή Υπηρεσία του Δήμου Θεσσαλονίκης. Έλαβε τον βαθμό του Ακολούθου, μισθό 2.500 δραχμές (2,5 χρυσές λίρες) κι έδωσε τον καθιερωμένο όρκο στο δημοκρατικό πολίτευμα ενώπιον του βασιλόφρονος δημάρχου. Με το δημοψήφισμα του Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου η μοναρχία αποκαταστάθηκε και επανήλθε στον θρόνο ο βασιλιάς Γεώργιος Β΄. Έτσι, ο Μεναχέμ κλήθηκε να δώσει όρκο πίστης στον «βασιλέα». Μία μέρα πριν από την κήρυξη της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου και δημαρχούντος πάντοτε του Μάνου, ο Μεναχέμ μονιμοποιήθηκε και τοποθετήθηκε στο Τμήμα Νέων Υπονόμων, με τον βαθμό του Αποθηκαρίου Β΄.
Οι σχεδιαστές δυσφορούν
Σε έγγραφο του Τμηματάρχη Νέων Υπονόμων, ονόματι Δ. Λεοντή, που συντάχθηκε τον Σεπτέμβριο του 1938, ο Αποθηκάριος Β΄ Μεναχέμ περιγράφεται ως ικανός και αποδοτικός υπάλληλος με «άρτια επαγγελματική μόρφωση λογιστού». Ο Λεοντής ευνοούσε τον υφιστάμενό του, διότι έδειχνε πρωτοβουλία στην υπηρεσία. Κάποια στιγμή, μάλιστα, ο Μεναχέμ σχεδίασε ένα νέο υπηρεσιακό έντυπο και ο Λεοντής έδωσε εντολή να το γραμμογραφήσει κάποιος από τους σχεδιαστές του Τμήματος, ώστε να τεθεί σε χρήση.
Οι σχεδιαστές δυσφόρησαν· άλλωστε, στο τμήμα του ο Μεναχέμ δεν είχε και λίγες αντιπάθειες. Απόδειξη οι εναντίον του αναφορές του Γεωργίου Ζέρβα, Γραμματέα Α΄, που υποβλήθηκαν τον Ιούνιο του 1938 και τον Ιανουάριο του 1939. Τα όσα περιγράφονται στην αναφορά θα μπορούσαν να έχουν συμβεί σε οποιοδήποτε γραφείο. Σκιαγραφούν, όμως, ένα σκηνικό μέσα στο οποίο ο Μεναχέμ παρουσιάζεται να εργάζεται απομονωμένος. Οι συνάδελφοί του περιγράφονται ως αρχαιότεροι και εμπειρότεροι, σεμνότεροι και μετρημένοι (ειδικώς οι σχεδιαστές που αποφεύγουν να ασχοληθούν με το έντυπό του), ενώ ο Μεναχέμ ως αφελής και υπερόπτης, επιπόλαιος και φίλερις, ασχολούμενος με ζητήματα που τον υπερβαίνουν (όπως ο σχεδιασμός του εντύπου) και αυταπατώμενος ότι είναι «μαιτρ της λογιστικής».

Ο «τσιφούτης»
Οι καταγγελίες του Ζέρβα αποδίδουν στον Μεναχέμ λόγια που θα μπορούσαν να προσελκύσουν την προσοχή των υπηρεσιών ασφαλείας και να τον εμπλέξουν σε περιπέτειες.
«Ουδέποτε έπαυσεν ομιλών περί Σιωνιστικών οργανώσεων και της πολιτικής και του σκοπού αυτών. Εις γενομένην αυτώ υπό του Εισηγητού του Τμήματος κ. Α. Ιατρίδου παρατήρησιν ότι δεν πρέπει να αναφέρη και να συζητή εν τοις γραφείοις διά τοιαύτα πράγματα, διότι ταύτα, ως αναγόμενα εις την δικαιοδοσίαν της Δημοσίας Ασφαλείας ηδύναντο να έχουν δι’ αυτόν [:τον Μεναχέμ] δυσαρέστους συνεπείας, ούτος απήντησεν εις ύφος λίαν προπετές και επηρμένον: “Δεν έχω ανάγκην. Πήγαινε να με καταγγείλης εις την Ασφάλειαν”»
Προσθέτει η αναφορά: «Ότε κατά το πρόσφατον παρελθόν και κατά τον απόπλουν αυτού εκ του λιμένος μας το ισραηλιτικόν εκπαιδευτικόν πλοίον προσήραξεν, ως γνωστόν, εις την πέραν του Καραμπουρνού ακτήν, απηυθύνθη εις τον ειρημένον υπάλληλον [:τον Μεναχέμ], υπό του συναδέλφου του Π. Μούτση, ταχυδρόμου του Τμήματος, η εξής ερώτησις, ήτις συνωδεύετο με όλην την αφέλειαν η οποία διακρίνει τον δεύτερον τού τον υπάλληλον: “Τι έπαθε το βαπόρι σας,κ. Μπενβενίστε;” Ούτος απήντησε με όλην την ετοιμότητα και όλως δηκτικώς, τούθ’ όπερ εις άπαν το προσωπικόν ενεποίησε μεγίστην εντύπωσιν και προεκάλεσε εις αυτό ψυχικόν αναβρασμόν: “Πήγε να βρη τον Αβέρωφ”, υπονοών πασιφανώς το ένδοξον θωρηκτόν μας και το γνωστόν ατύχημά του».
Η αναφορά ήταν μόνον ένα από τα πολλά υπηρεσιακά επεισόδια. Σε κάποιο άλλο, ο Ζέρβας δε θα διστάσει να αποκαλέσει τον Μεναχέμ «τσιφούτη», και ως δικαιολογία θα επικαλεστεί ψυχικό βρασμό για τον «προκλητικό» τρόπο του εβραίου υπαλλήλου.
«Με πάταγον την θύραν»
Δύο μήνες μετά την αναφορά του Ζέρβα κατά του «τσιφούτη» (Μάρτιος 1939), ο Ζέρβας αποσπάστηκε στη γραμματεία της Δημαρχιακής Επιτροπής. Ο διευθυντής της Τεχνικής Υπηρεσίας, ονόματι Μαλάκης, έκρινε ότι ο Ζέρβας ήταν απαραίτητος στη θέση του και αντ’ αυτού έστειλε στη Δημαρχιακή Επιτροπή τον Μεναχέμ.
Ο Μεναχέμ παρουσιάστηκε στον γραμματέα της Δημαρχιακής Επιτροπής «ταραγμένος» και διαμαρτυρήθηκε για την υπηρεσιακή απόσπαση. Του είπε ότι περίμενε μετάθεση από το Τμήμα Υπονόμων στην Οικονομική Υπηρεσία και ότι «δεν ήταν δουλειά του» η γραφική εργασία. Έπειτα, έφυγε χτυπώντας πίσω του «με πάταγον την θύραν». Με εισήγηση του γραμματέα (που θίχτηκε από τον πάταγο της θύρας), κλήθηκε σε απολογία, με την κατηγορία ότι αρνήθηκε να εκτελέσει διαταγή ανωτέρων. Δεν μπόρεσα να εντοπίσω κάποιο έγγραφο για τη συνέχεια της υπόθεσης, που αποδεικνύει πάντως πως ο Ζέρβας είχε φίλους και ο «τσιφούτης» εχθρούς.
Το αλάνθαστον εκκρεμές
Η εικασία μου επιβεβαιώνεται από μια άλλη υπόθεση. Στις 25 Σεπτεμβρίου του 1939, ο Μεναχέμ κλήθηκε πάλι σε απολογία, αυτή τη φορά διότι καθυστέρησε να προσέλθει στην υπηρεσία εννέα λεπτά. Στα έγγραφα που αφορούν την υπόθεση, ο Μεναχέμ χρεώνεται και με ένα αμάρτημα βαρύτερο από την καθυστέρηση: ότι σχολίασε στην απολογία του αρνητικά το εκκρεμές «εν τω κεντρικώ θαλάμω του Δημοτικού Καταστήματος», ισχυριζόμενος ότι «ουδέποτε δεικνύει την ακριβή ώραν». Όμως οι υπάλληλοι του Δήμου –αναφέρει η απόφαση του δημάρχου Μερκουρίου, την οποία συνέταξε ο γραμματέας της Δημαρχιακής Επιτροπής (ο «με πάταγον την θύρα»)– «δέον να κανονίζωσι τα ωρολόγιά των με το ως άνω ωρολόγιον του Δημοτικού Καταστήματος, το οποίον πάντοτε δεικνύει ακριβεστάτην την ώραν, τούτο δε επιμαρτυρεί και το από χρονολογίαν 11 Οκτωβρίου 1939 σημείωμα του Αρχικλητήρος του Δήμου, όστις βεβαιοί ότι το ωρολόγιον του Δήμου λειτουργεί κανονικώτατα και διαρκώς ελέγχει τούτο διά χρονομέτρου». Με δύο λόγια, ο Δήμος είχε τη δική του ώρα, την ακρίβεια της οποίας πιστοποιούσε ο αρχικλητήρας, αλλά ο «ξένος» δεν τη δεχόταν και την περιγελούσε. Όλοι οι άλλοι υπάλληλοι –σύμφωνα με το πόρισμα– κανόνιζαν τη ζωή τους με βάση το αλάνθαστο ρολόι του αρχικλητήρα.
Στην υπόθεση του εκκρεμούς αναμείχθηκαν διάφοροι: ο διευθυντής του Μεναχέμ, δηλαδή ο προαναφερθείς αρχιμηχανικός Μαλάκης (προστάτης του Ζέρβα), ο γραμματέας της Δημαρχιακής Επιτροπής («με πάταγον την θύραν») και ο αρχικλητήρας (που καθόταν με το χρονόμετρο και έλεγχε το εκκρεμές). Κάθε ένας έπαιξε τον ρόλο του. Ο Μαλάκης είχε διαβιβάσει την απολογία του Μεναχέμ μαζί με μία αναφορά που «έκαιγε» τον υφιστάμενό του, διότι βεβαίωνε ότι αργούσε συχνά. Το σημείωμα του αρχικλητήρα σχετικά με την «ακρίβεια» του ρολογιού (11 Οκτωβρίου) γράφτηκε για να ανατρέψει την υπερασπιστική γραμμή του Μεναχέμ, ότι το εκκρεμές ήταν σαράβαλο. Με άλλα λόγια, ο διευθυντής, ο γραμματέας και ο αρχικλητήρας είχαν στοχοποιήσει τον Μεναχέμ και είχαν αποφασίσει να τον πλήξουν, παίρνοντας αφορμή από την αργοπορία της 25ης Σεπτεμβρίου, και συνεχίζοντας έτσι τη γραμμή των αναφορών που είχαν προηγηθεί.
Ο Μεναχέμ υπέβαλε αίτηση για την αναθεώρηση της απόφασης. Συγκεκριμένα, υποσχέθηκε στον δήμαρχο Μερκουρίου ότι «εντός ολίγων ημερών δι’ εμπιστευτικής εκθέσεως [θα] αναφέρω υμίν τους λόγους δι’ ους δικαιολογείται η αίτησις αναθεωρήσεως και ελπίζω ότι διά της υποβολής νέων στοιχείων θα πεισθήτε ότι η σχετική εισήγησις του Γραμματέως του Γραφείου Δημαρχιακής Επιτροπής ουδόλως ευσταθεί». Η αίτηση υποβλήθηκε σχεδόν τρεις εβδομάδες μετά την έκδοση της πειθαρχικής απόφασης, γεγονός που σε συνδυασμό με την πίστωση χρόνου που ζητούσε ο Μεναχέμ δείχνει ότι συγκέντρωνε στοιχεία για να αποδείξει κάτι πολύ σοβαρότερο από τον έλεγχο του εκκρεμούς «διά χρονομέτρου». Δυστυχώς, ούτε στην περίπτωση αυτή τα αρχεία μάς διαφωτίζουν για τη συνέχεια της υπόθεσης.

πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης επί σειρά ετών.
Το ρόδο και το αγκάθι
Το δυσμενές κλίμα που είχε διαμορφωθεί σε βάρος του Μεναχέμ αντανακλάται και σε ένα άλλο τεκμήριο: στην έκθεση αξιολόγησής του από τον θετικά διακείμενο Τμηματάρχη του, τον πολιτικό μηχανικό Δ. Λεοντή, η οποία συντάχθηκε τον Φεβρουάριο του 1940. Η βαθμολογία που έβαλε ο Λεοντής είναι ευνοϊκή για τον Μεναχέμ, όπως και τα σχόλιά του. Αλλά από τα ρόδα δεν έλειπαν τα αγκάθια, που αφορούσαν τις σχέσεις του Μεναχέμ με τους συναδέλφους του και τις πολιτικές αντιλήψεις του. Ο Λεοντής βαθμολόγησε τον Μεναχέμ ως «λίαν επαρκή» (βαθμός 149/210). Αξιοπρόσεκτο είναι το σχόλιο που συνοδεύει τη βαθμολογία: «Καλώς κατηρτισμένος επαγγελματικώς και προικισμένος με ερευνητικόν πνεύμα, έχει τη δυνατότητα να εξέλθη της πεπατημένης (ενθαρρυνόμενος προς τούτο), πλην η ακαμψία του εις τας εθνικοθρησκευτικάς αυτού πεποιθήσεις και η έλλειψις πάσης ανεκτικότητος τον καθιστούν δυσκολομεταχείριστον».
Τι πτυχίο είναι αυτό;
Όταν το 1938 ο Ζέρβας είχε υποβάλει την πρώτη αναφορά του, ο προσωπάρχης του Δήμου Κ. Μπίκας εξέτασε προσεκτικά τον φάκελο του Μεναχέμ και διαπίστωσε ότι ο τίτλος του δεν ήταν απολυτήριο γυμνασίου. Αμέσως υπέβαλε ερώτημα προς τη Γενική Επιθεώρηση Μέσης Εκπαίδευσης, αν το απολυτήριο της Σχολής Αλτσέχ ήταν ισότιμο με το απολυτήριο του γυμνασίου. Ο επιθεωρητής Μέσης Εκπαίδευσης απάντησε ότι ο νόμος δεν προέβλεπε ισοτιμίες μεταξύ γυμνασίων και εμπορικών σχολών. Έτσι δρομολογήθηκε ο υπηρεσιακός υποβιβασμός του Μεναχέμ και ενός ακόμη εβραίου υπαλλήλου, του Σεβή, που είχε τα ίδια τυπικά προσόντα. Και οι δύο έφεραν τον βαθμό του Αποθηκάριου Β΄, που ήταν ισότιμος με εκείνον του Γραμματέα Β΄. Αλλά στον νέο κανονισμό του Δήμου δεν υπήρχε ο βαθμός του Αποθηκάριου που έφεραν οι δύο Εβραίοι. Ο Μεναχέμ έσπευσε και κατέθεσε αίτηση για προαγωγή. Η Δημαρχιακή Επιτροπή απέρριψε το αίτημά του, διότι ο προσωπάρχης παρουσίασε «προφορικά» τη «γνώμη» της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας ότι το πτυχίο της Αλτσέχ και το μπακαλορεά δεν ήταν επαρκείς τίτλοι. Ο δήμαρχος Μερκουρίου –συνταξιούχος εκπαιδευτικός– δεν έκρυψε την απορία του: πώς είναι δυνατόν ένα πτυχίο να εξασφαλίζει την είσοδο στο πανεπιστήμιο και να μην είναι επαρκές για πρόσληψη στη δημόσια υπηρεσία; Ωστόσο δεν επέμενε. Ο ίδιος ήταν γέρος και δοτός· η πλεκτάνη καλά στημένη. Οι υπηρεσιακοί παράγοντες επέμεναν, και τελικά, με αιτιολογία την έλλειψη των απαραίτητων τυπικών προσόντων, ο Μεναχέμ και ο Σεβή υποβιβάστηκαν στον βαθμό του Ακολούθου (με τον οποίον είχαν διοριστεί το 1934).
Μόλις κοινοποιήθηκε ο υποβιβασμός τους, δηλαδή στις αρχές Ιουλίου 1940, οι δύο θιγόμενοι έκαναν προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Ακολούθησε η ιταλική εισβολή. Ο Μεναχέμ επιστρατεύτηκε, αλλά μετά από μερικές εβδομάδες απολύθηκε· επανήλθε στην υπηρεσία του στα τέλη Νοεμβρίου 1940. Επιστρατεύθηκε πάλι στις 23 Μαρτίου 1941, δύο εβδομάδες πριν από τη γερμανική εισβολή. Στις 9 Απριλίου η Θεσσαλονίκη καταλήφθηκε από τα γερμανικά στρατεύματα. Ο Μεναχέμ επανήλθε στις 16 Μαΐου. Ίσως είχε επιστρέψει στη Θεσσαλονίκη με τα πόδια, όπως και πολλοί άλλοι στρατιώτες.
Οι εξετάσεις και το νέο πτυχίο
Στις 10 Ιουλίου 1941 ο Μεναχέμ έδωσε για τρίτη φορά όρκο, όπως και όλοι οι δημόσιοι και δημοτικοί υπάλληλοι, αυτή τη φορά στο καθεστώς της «Ελληνικής Πολιτείας» που είχε θεσπίσει η κυβέρνηση Τσολάκογλου. Στα μέσα του ίδιου μήνα, το Συμβούλιο της Επικρατείας εξέδωσε απορριπτική απόφαση επί της προσφυγής του Σεβή. Τότε ο Μεναχέμ αποφάσισε να δώσει εξετάσεις σε επιτροπή του Δημοσίου και να λάβει αναγνωρισμένο ενδεικτικό, ώστε να εξασφαλίσει την προαγωγή του. Ασφαλώς, οι συνθήκες λιμού του χειμώνα 1941-42 κάθε άλλο παρά πρόσφορες ήταν. Πάντως, το καλοκαίρι του 1942 ο Μεναχέμ στάθηκε τυχερός, διότι οι δημοτικοί υπάλληλοι απαλλάχτηκαν από την καταναγκαστική εργασία που επιβλήθηκε σε 3.500 Εβραίους τον Ιούλιο του 1942. Έτσι, τον Οκτώβριο του ίδιου χρόνου κατόρθωσε να δώσει εξετάσεις και «έτυχε του πτυχίου της Δημοσίας Εμπορικής Σχολής», το οποίο κατέθεσε στην υπηρεσία του, μαζί με αίτηση για να προαχθεί στον βαθμό του Γραμματέα Β΄. Τώρα πια είχε τα νόμιμα προσόντα.
Στις 6 Φεβρουαρίου 1943 ανακοινώθηκαν τα ανθεβραϊκά μέτρα, στις 25 ολοκληρώθηκε η συγκέντρωση του εβραϊκού πληθυσμού σε συνοικίες-γκέτο και στις 27 Φεβρουαρίου ο Μεναχέμ κρίθηκε προακτέος στον βαθμό του Γραμματέα Β΄, παρά την αρνητική ψήφο του διευθυντή Κ. Παπασαραντόπουλου, που διατυπώθηκε ως εξής: «Θεωρεί ικανόν προς προαγωγήν τον εν λόγω υπάλληλον, αλλά διατυπώνει την σκέψιν ότι επειδή ο ειρημένος τυγχάνει Εβραίος, δεν πρέπει να τύχη προαγωγής». Δυο μέρες πριν, είχε εκδοθεί η γερμανική διαταγή για τη διαγραφή όλων των Εβραίων από οποιονδήποτε οργανισμό. O Παπασαραντόπουλος το μέτρησε και δικαιώθηκε. Η προαγωγή δεν ίσχυσε.
Η απόλυση
Από τις 6 Μαρτίου οι εβραϊκές συνοικίες οριοθετούνται με κίτρινη ταινία. Οι κάτοικοί τους είναι έγκλειστοι. Ο Μεναχέμ, ο Σεβή και οι περισσότεροι εβραίοι υπάλληλοι δεν προσέρχονται στον Δήμο. Στις 24 Μαρτίου, ο νέος δήμαρχος Γ. Σερεμέτης αποστέλλει στον γενικό διοικητή Β. Σιμωνίδη έγγραφο με το οποίο ζητά οδηγίες για 15 εβραίους υπαλλήλους που κατείχαν οργανική θέση και «δεν προσέρχονται εις τας θέσεις των, λόγω του περιορισμού των» (όσοι δεν κατείχαν οργανική θέση, όπως οι εργάτες καθαριότητας, είχαν ήδη απολυθεί). «Κυρίως δε, είναι απαραίτητον όπως γνωσθή ημίν εάν θα καταβάλλωνται αι αποδοχαί των μέχρις ότου ληφθή απόφασις περί ρυθμίσεως της θέσεώς των».
Δύο μέρες μετά το έγγραφο αυτό, στις 26 Μαρτίου 1943, ο Μεναχέμ καταφέρνει να βγει από το γκέτο και να υποβάλει μια αίτηση αδείας, δακτυλογραφημένη και υπογεγραμμένη από τον ίδιο. Με αυτήν ζητά να του χορηγηθεί «μηνιαία κανονική άδεια μετά πλήρων αποδοχών, αρχομένης από της 8ης Μαρτίου ε.έ., ημέραν καθ’ην διάλόγους ανεξαρτήτους της θελήσεώς μου δεν ηδυνήθην να παρουσιασθώ εις την υπηρεσίαν μου». Ο Σερεμέτης εγκρίνει αυθημερόν την αίτηση του «Ακολούθου Μεναχέμ Μπενβενίστε», που εξασφαλίζει έτσι έναν ακόμη μήνα υπηρεσιακής ζωής, μέχρι τις 29 Απριλίου.
Στις 31 Μαΐου1943 συνεδριάζει η Δημαρχιακή Επιτροπή. Προεδρεύει ένας ασφαλιστής το επάγγελμα, παλαιός βενιζελικός, έπειτα βουλευτής του κόμματος του Σωτήρη Γκοτζαμάνη και εξ αγχιστείας συγγενής του, ο Περικλής Γαροφάλου. Η Επιτροπή εξετάζει την από 3.5.1943 έκθεση της Διεύθυνσης Τεχνικών Υπηρεσιών, η οποία «αναφέρει ότι οι υπάλληλοι του Τμήματος Υπονόμων Σολομών Σεβή και Μεναχέμ Μπενβενίστε, Ακόλουθοι, απουσιάζουσιν εκ της Υπηρεσίας των, ο μεν πρώτος από 1ης Απριλίου ε.έ., ο δε δεύτερος από 29ης ιδίου μηνός και έτους. Και κρίνουσα ότι δέον να προβή εις την εκ της υπηρεσίας του Δήμου απόλυσιν των ειρημένων ως άνω υπαλλήλων ( .) εφ’ όσον ούτοι απουσιάζουσιν αδικαιολογήτως εκ της υπηρεσίας των ( .) αποφαίνεται: Απολύει της υπηρεσίας του Δήμου τους Ακολούθους του Τμήματος Υπονόμων ( .) αφ’ ης ούτοι απουσιάζουσιν αδικαιολογήτως εκ της υπηρεσίας των( .). Η Δημαρχιακή Επιτροπή. Ο Δημαρχών Π. Γαροφάλου. Τα μέλη: Σ. Βαλιούλης, Χ. Παπαθανασίου, Θ. Βλαχόπουλος».
Επίλογος
Μου πήρε μήνες να ανασκαλέψω όλα αυτά τα έγγραφα, ανάμεσα σε χιλιάδες άλλα, ερευνώντας φακέλους στο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης, με τη βοήθεια του ακούραστου Ανέστη Στεφανίδη. (Ένα έγγραφο οφείλω στον φίλο Χρήστο Καββαδά.) Φοβόμουν να θέσω το ερώτημα με τρόπο οριστικό, το κράτησα μέσα μου μέχρι το τέλος. Υποπτευόμουν τι θα είχε συμβεί. Αλλά τα γεγονότα δεν είχαν μορφοποιηθεί, δεν είχαν μετατραπεί ακόμη σε αφήγηση. Οι σημειώσεις μου ήταν ογκώδεις, αλλά πρόχειρες, ελλιπείς. Χρειάστηκαν τέσσερα χρόνια για να συγκεντρώσω αντίγραφα από όλα τα έγγραφα που είχα μελετήσει.
Ο Μεναχέμ έμεινε για πάντα στάσιμος στον βαθμό του Ακολούθου και παραμένει 77 χρόνια τώρα αδικαιολογήτως απών. Η απόλυσή του δεν ανακλήθηκε ποτέ. Δεν ανακλήθηκε ούτε πρόσφατα, όταν το θέμα αυτό τέθηκε επισήμως, εν έτει 2018. Σε ένα μεγάλο τραπέζι στριμώχτηκα δίπλα στους άρχοντες κι ένιωθα ότι βρισκόμασταν πάλι στα 1943. Δυσκολίες επικαλέστηκαν οι αρμόδιοι, ποικίλες δυσχέρειες κι επιφυλάξεις, έτσι που αισθάνθηκα ότι εκείνοι που του στέρησαν την προαγωγή, που τον κυνήγησαν, που χρονομετρούσαν το εκκρεμές, βρίσκονται ακόμη εκεί, εν ψυχή και πνεύματι, αλλά με προοδευτική λεοντή. Παραμένουν ακόμη όσοι θεώρησαν την απόλυση πιο σημαντική από τον θάνατο και απέλυσαν εκείνους που είχαν ήδη πεθάνει με τρόπο φρικιαστικό, μέσα στους θαλάμους αερίων.

