ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΑΡΘΡΑ
Αποφυγή παντός συνωστισμού
του Ευάγγελου Χεκίμογλου
Πτυχές των επιδημιών γρίπης (1918 και 1957). Στο ρεπορτάζ, την αρθρογραφία και τις γελοιογραφίες της εποχής βρίσκει κανείς απίστευτες αναλογίες με το παρόν.

Το 1740, στο περιθώριο του λογιστικού βιβλίου μιας εκκλησίας της Θεσσαλονίκης, ο επί τροπός της σημείωσε: «Έγινε θανατικό πολύ (…) και απέθαναν Χριστιανοί όλοι 1.337, όπου τους έθαψεν ο παπάς, Τούρκοι 2.239, Εβραίοι 3.935». Πού τους βρήκε τόσο ακριβείς αριθμούς ο επίτροπος, και μάλιστα για όσους «δεν έθαψεν ο παπάς», μόνον εικασίες χωρούν. Το βέβαιο είναι ότι στις μακρινές εκείνες εποχές, ο λοιμός και ο λιμός ήταν καταστάσεις συγκοινωνούσες, διότι οι κοινωνίες διαβίωναν στις παρυφές της ήπιας ασιτίας. Ο λοιμός έφερνε οικονομική δυσπραγία και στη συνέχεια λιμό, όπως και ο λιμός με πολλούς θανάτους κατέληγε συνήθως σε λοιμό. Αλλά ήταν η εποχή που λιμός και λοιμός αποτελούσαν ιδιωτικές υποθέσεις: o καθένας φρόντιζε για τον εαυτό του, ο Θεός για όλους και το κράτος για κανέναν. Ενίοτε κάποια θρησκευτική κοινότητα μεριμνούσε για τα ετοιμοθάνατα μέλη της. Επί παραδείγματι, για τις συχνές επιδημίες πανούκλας, μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, λειτουργούσαν στη Θεσσαλονίκη ένα «πανουκλόσπιτο» της χριστιανικής κοινότητας κι ένα άλλο της εβραϊκής. Αμφότερα βρίσκονταν μέσα ή δίπλα στους αντίστοιχους νεκροταφειακούς χώρους και η κύρια λειτουργία τους ήταν η απομόνωση των αρρώστων πριν από το αναπόφευκτο τέλος τους. Στα 1918, οπότε και εκδηλώθηκε στον ελληνικό χώρο η παλαιότερη γνωστή στη συλλογική μνήμη πανδημία, είχαμε εισέλθει πλέον στην εποχή κατά την οποία το κράτος είναι εκείνο που λαμβάνει μέτρα γενικού χαρακτήρα και καθοδηγεί τους υπηκόους του για το τι πρέπει να κάνουν, προκειμένου να αποφύγουν τον θάνατο. Η πανδημία προκλήθηκε από γρίπη, τη λεγόμενη «ισπανική» (διότι πρώτα έγινε αντιληπτή στην Ισπανία). Ο πόλεμος δεν είχε ακόμη τελειώσει, οπότε και οι συνθήκες για διάδοση ήταν ιδανικές. Ο τελικός αριθμός των θυμάτων παγκοσμίως δεν είναι γνωστός, αλλά σίγουρα υπήρξε τεράστιος· υπολογίζεται σε είκοσι έως σαράντα εκατομμύρια, εκ των οποίων τα δέκα στην Ινδία.
Τα δύο μεγάλα κύματα
Στην Ελλάδα, η επιδημία εκδηλώθηκε σε δύο μεγάλα κύματα: την άνοιξη και το φθινόπωρο του 1918. Το Υπουργείο Εσωτερικών, που ήταν αρμόδιο για τη δημόσια υγεία, επαναλάμβανε κατά καιρούς τις βασικές προφυλάξεις που έπρεπε να παίρνει ο κάθε υπήκοος: «Αποφυγή επαφής και γειτνιάσεως προς τους πάσχοντας. Μαντίλια και προσόψια και άλλα σχετικά είδη τα οποία μεταχειρίζονται, πρέπει να βράζονται εις 100 βαθμών θερμοκρασίαν μετά την χρήσιν. Αποφυγή παντός συνωστισμού. Προφύλαξις από τα κρυολογήματα. Αι βαρείαι επιπλοκαί και οι θάνατοι προέρχονται από αυτά».
Στις 13 Οκτωβρίου έκλεισαν τα δικαστήρια στην Πελοπόννησο λόγω πολλών κρουσμάτων αλλά και θανάτων δικαστικών, ενώ η γρίπη έκανε θραύση στις φυλακές του Ναυπλίου. Στις 16 του μηνός έκλεισαν τα σχολεία μέσης και ιδιωτικής εκπαίδευσης στην Αθήνα, τον Πειραιά και τη Θεσσαλονίκη, όπου «εσημειώθησαν και τινα κρούσματα βαρυτάτης μορφής». Ο διευθυντής Δημοσίας Υγείας της Θεσσαλονίκης, πάντως, δήλωσε ότι οι Έλληνες θα έπρεπε να είναι ευχαριστημένοι, διότι η γρίπη δεν είχε την ίδια ένταση που είχε στις άλλες χώρες. Υπό την προεδρία του συγκλήθηκε συνέλευση των γιατρών των πέριξ προσφυγικών συνοικισμών, στους οποίους κατοικούσαν αρκετές χιλιάδες πρόσφυγες από την Τουρκία (κύματα 1913 και έπειτα), και αποφασίστηκε να συσταθεί «καθαριότης» (στόχος μάλλον ανέφικτος, αφού από τους συνοικισμούς ένα πράγμα ήταν σπανιότερο από το νερό, και αυτό ήταν το σαπούνι). Στην Αθήνα, οι δημοτικές αρχές διέταξαν να ασβεστωθούν οι μάντρες και έθεσαν σε κίνηση περισσότερα κάρα για την αποκομιδή των απορριμμάτων. Τέλος, τα φρουραρχεία διέταξαν τις στρατιωτικές μονάδες «ίνα μην απορρίπτωσιν ακαθαρσίας εις τας οδούς και τα οικόπεδα τα κείμενα πλησίον των στρατώνων».

Η επιδημία αρχικώς είχε υποτιμηθεί, ίσως λόγω και των πολλών άλλων προβλημάτων που είχε η χώρα (πόλεμος, επιστράτευση, έλλειψη τροφίμων, διωγμοί των βασιλοφρόνων). Στο Υπουργείο των Εσωτερικών, όπου ανήκεη «Διεύθυνσις Δημοσίας Υγείας», λειτουργούσε το «Ιατροσυνέδριο», αποτελούμενο από τους κορυφαίους γιατρούς των Αθηνών, το οποίο συνιστούσε μέτρα και πολιτικές έναντι της νόσου. Δυστυχώς, δεν υπήρχε ούτε εμβόλιο ούτε φάρμακο και γι’ αυτό το «Ιατροσυνέδριο» γνωμάτευσε ότι «αναλόγως των περιπλοκών κανονίζει ο ιατρός την δίαιταν και τα φάρμακα. Διότι, το μικρόβιον της γρίππης μεταδιδόμενον διά των σταγονιδίων του πταρνίσματος και της ομιλίας δεν είναι δυνατόν να απομονωθή». Και συνιστούσε το «Ιατροσυνέδριο» το «εν και σχεδόν μόνον μέτρον», το οποίο μπορούσε να λάβει κάθε πολίτης: «Την αποφυγήν των συγκεντρώσεων. Είναι το μόνον φάρμακον. Τα σκόρδα, τα ούζα και τα άλλα γιατροσόφια, ως προληπτικά κατά της γρίππης, είναι κωμικά».

Οικονομικών; Φορομπηχτική, γνωματεύει ο
γιατρός
Πώς, όμως, θα αποφεύγονταν οι συγκεντρώσεις; «Η διακοπή των μαθημάτων των σχολείων είναι το πρώτον μέτρον. Η κυβέρνησις θα ελάμβανε ευθύς εξ αρχής ριζικά μέτρα περιορισμού τούτων[των συγκεντρώσεων], αν δεν υπήρχε κίνδυνος να παύσουν πολλαί εμπορικαί εργασίαι, ως των κινηματογράφων, των θεάτρων, των καφενείων και άλλων κέντρων και θα μείνουν όχι ολίγοι άνευ εργασίας. Εν τούτοις, διετάχθη ήδη σχετική αραίωσις, όπως οι κινηματογράφοι να μην εκδίδουν παρά ωρισμένον αριθμόν εισιτηρίων, τα καφενεία να μην είναι υπερπλημμυρισμένα κλπ. Αν όμως η επιδημία λάβη επικινδύνους διαστάσεις, η κυβέρνησις δεν θα διστάση να διατάξη το κλείσιμον όλων των ανωτέρων κέντρων».
Σύντομα, το «Ιατροσυνέδριο» εξέδωσε οδηγίες με το ίδιο περιεχόμενο, αλλά«εις ευληπτοτέραν διά τον λαόν γλώσσαν», και συνέστησε σε όσους περιποιούνταν αρρώστους να φορούν «ποδίαν ή νυκτικόν, το οποίον να αφήνουν εξερχόμενοι του δωματίου του ασθενούς». Οι συστάσεις προς το γενικό κοινόήταν σαφείς: «Καλή δίαιτα, αποφυγή συγκεντρώσεων και ύπνος από ενωρίς. Αι χειραψίαι δύνανται να καταργηθούν επί του παρόντος …». Τι έπρεπε να κάνει κανείς αν είχε συμπτώματα: «Να πέσει αμέσως εις το κρεβάτι του, να κάνη δίαιτα με ζεστό γάλα και να φωνάξει αμέσως τον ιατρόν του».

Η έναρξη των μαθημάτων στο Πανεπιστήμιο αναβλήθηκε και το Ωδείο έκλεισε επ’ αόριστον. Επίσης, διατάχθηκε η διακοπή λειτουργίας των δικαστηρίων, με εξαίρεση τις δίκες προφυλακισμένων (ήταν εν εξελίξει και πολιτικές δίκες) και τα αυτόφωρα αδικήματα. Στη συνέχεια, μειώθηκαν σταδιακά οι ώρες που λειτουργούσαν τα καφενεία και οι κινηματογράφοι, ενώ έκλεισαν τα νυκτερινά κέντρα και τα θέατρα. Η πλειονότητα εκείνων που είχαν τη δυνατότητα έμεναν στο σπίτι τους, χωρίς να υπάρχει απαγόρευση κυκλοφορίας.
«Νοσοφοβία»
Ο Τύπος ονόμασε την κατάσταση «νοσοφοβία» και, όπως γίνεται στις περιπτώσεις αυτές, την διακωμώδησε. Στους νεολογισμούς της εποχής είναι και η «γρίπη του νοικοκυριού», στην οποία προσέφευγαν οι χρονογράφοι. Αιτία ήταν ο περιορισμός στη λειτουργία των καφενείων. Ελλείψει καφενείου, ο σύζυγος μένει στο σπίτι και αρχίζει να ενδιαφέρεται «δι’ όλα τα μικροζητήματα της καθημερινής υπηρεσίας», χωρίς να έχει ιδέα από τον τρόπο με τον οποίο η σύζυγος έχει τακτοποιήσει το νοικοκυριό της, με αποτέλεσμα έντονες ενδοσυζυγικές τριβές. «Τα κρούσματα της
“γρίπης του νοικοκυριού” είναι άπειρα και όλα κλασσικής μορφής, με τραγικούς θανάτους της παλαιάς ωραίας αρμονίας της επανόδου από το καφενείον εις το σπίτι, όπου όλα ήσαν έτοιμα, τακτικά, αναπαυτικά και περίμεναν…».

Το «Ιατροσυνέδριο» συνέχισε να εκδίδει ανακοινωθέντα, τα οποία οι γνωρίζοντες ανάγνωση διάβαζαν στις εφημερίδες, αλλά είναι αμφίβολο αν τα πληροφορούνταν οι μη γνωρίζοντες (και περισσότεροι), αφού πλέον δεν λειτουργούσαν τα καφενεία. «Έχεις καθήκον», έλεγαν οι οδηγίες, «να προφυλάξεις τους συγγενείς σου, τους φίλους σου, τους συνεργάτας σου. Διά τούτο, όταν είσαι κακοδιάθετος ή άρρωστος, μην τους πλησιάζεις, μην αφήνεις να σε πλησιάζουν, μην πηγαίνεις εις την εργασίαν σου, διότι θα κολλήσουν και άλλοι από εσέ». Στις αρχές Νοεμβρίου συνεστήθη το κατάβρεγμα των δρόμων με διάλυμα φαινικού οξέως.
Κάποιος αθηναίος ιατρός εφάρμοσε θεραπεία με ενέσεις διχλωριούχου υδραργύρου, ισχυριζόμενος ότι θα εξάλειφε την ασθένεια. Το Νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού, όμως, εφάρμοσε τη θεραπεία αυτή σε είκοσι ασθενείς, οι περισσότεροι των οποίων κατέληξαν, και έτσι ανακοίνωσε ότι «το εν λόγω φάρμακο εντελώς απέτυχε». Ένας άλλος γιατρός ισχυρίστηκε ότι η συγκεκριμένη επιδημία δεν είχε τίποτε το ιδιαίτερο και ότι «η θνησιμότης προέρχεται από πολλαπλές στερήσεις και κλονισμούς του νευρικού συστήματος εξ αφορμής των εκτάκτων πολεμικών περιστάσεων, αίτινες επέφερον την μείωσιν της οργανικής αντοχής». Συνιστούσε, λοιπόν, ξεκούραση, ύπνο, ελάττωση της εργασίας, ζεστά ρούχα και καλό φαγητό (κάτι μάλλον αδύνατον λόγω των ελλείψεων σε τρόφιμα).
Ακριβής αριθμός των θυμάτων δεν έγινε γνωστός και η λογοκρισία ωραιοποιούσε την κατάσταση. Μια ένδειξη αποτελούν οι αριθμοί που αφορούν τον στρατό: τον Οκτώβριο προσβλήθηκαν 1.522 στρατιώτες και κατέληξαν οι 510, ενώ τον Νοέμβριο προσβλήθηκαν 367 και κατέληξαν μόνον 25. Οι ανακοινώσεις, όμως, του Υπουργείου Εσωτερικών δίνουν διαφορετική εικόνα, με αύξηση των θανάτων τον Νοέμβριο και ελάττωση τον Δεκέμβριο. Το τελευταίο δεκαήμερο του χρόνου οι θάνατοι στην Αθήνα «περιορίστηκαν» στους 12 ημερησίως και στη Θεσσαλονίκη (κέντρο στρατιωτικών επιχειρήσεων) στους 13. Καθώς, όμως,η γρίπη συνδεόταν συχνά με βρογχοπνευμονία ή εγκεφαλίτιδα, παθήσεις με μοιραίο αποτέλεσμα, ήταν στην επιλογή του γιατρού που πιστοποιούσε τον θάνατο να καταγράψει ποια από όλες τις παθήσεις τον επέφερε.

για σόμπες πετρελαίου, ό,τι καλύτερο υπήρχε εκείνη την εποχή για οικιακή
θέρμανση.
Είναι βέβαιο ότι οι αθρόες άδειες που δόθηκαν στους στρατιώτες λόγω της ουσιαστικής λήξης του πολέμου (με την ανακωχή της 18ης Νοεμβρίου), και που σήμαιναν την εισβολή του ιού στην ενδοχώρα, αλλά και η έλλειψη υγειονομικών προϋποθέσεων στην ύπαιθρο και ειδικότερα στα χωριά των προσφύγων, ήταν παράγοντες διάδοσης της νόσου. Πρέπει, όμως,να είχαν ήδη νοσήσει εκατοντάδες χιλιάδες Έλληνες μέχρι τον Δεκέμβριο, οπότε και φαίνεται ότι τα κρούσματα σταθεροποιήθηκαν. Τα σχολεία άνοιξαν μόλις στα τέλη του Ιανουαρίου1919, στη διάρκεια του οποίου ο αριθμός των ημερήσιων θανάτων ελαττώθηκε. Ένα νέο κύμα γρίπης επρόκειτο να κατακλύσει την Ελλάδα τον Μάρτιο του 1919, είχε όμως μικρότερη ένταση. Επακολούθησαν και άλλα κύματα μέσα στο 1920.
Η γρίπη του 1957
Αν η επιδημία του 1918 καταγράφτηκε ελλιπώς στον Τύπο και διατηρήθηκε στη συλλογική μνήμη χάρη στις προφορικές αφηγήσεις και τις μεταγενέστερες αναφορές για τη θανατηφόρο έκτασή της σε παγκόσμια κλίμακα, ακριβώς το αντίθετο συνέβη με την επιδημία του 1957. Καταχωρίζεται στις πιο σοβαρές και είναι αλήθεια ότι οι εφημερίδες αφιέρωσαν ουκ ολίγα πρωτοσέλιδα και ανταποκρίσεις στην εξέλιξή της. Είναι επίσης αλήθεια ότι το 1957 καταγράφτηκαν 2.096 θάνατοι από τη γρίπη, έναντι 655 το επόμενο και 840 το προηγούμενο έτος. Όμως, ο αριθμός θανάτων του 1957 είναι αισθητά χαμηλότερος από τον μέσο όρο της δεκαετίας του 1920 (3.500 περίπου ετησίως) και του τελευταίου προπολεμικού έτους για το οποίο διαθέτουμε στοιχεία (1938: 3.380 θάνατοι). Με λίγα λόγια και χωρίς αριθμούς, είχε επιτευχθεί η ουσιώδης μείωση των θυμάτων της γρίπης μέσα σε λιγότερο από είκοσι χρόνια· το 1957 αποτέλεσε εξαίρεση λόγω της επιδημίας. Και πάλι όμως, ο αριθμός των θυμάτων δεν μπορεί να συγκριθεί με ένα «κανονικό» προπολεμικό έτος.
Στην πραγματικότητα, το πρώτο εμπύρετο περιστατικό εισήλθε στην Ελλάδα από το εξωτερικό στις 24 Ιουλίου. Από τον ασθενή είχε ληφθεί έκπλυμα φάρυγγος, διότι είχε πυρετό. Από το έκπλυμα απομονώθηκε ιός γρίπης τύπου Α «μη προσομοιάζων προς τα στελέχη τα απομονωθέντα κατά τα τελευταία έτη». Έτσι, οι ειδικοί το ταύτισαν με τον ιό της γρίπης που είχε εκδηλωθεί στην Ασία από την άνοιξη. Ο ιός στάλθηκε στο παγκόσμιο κέντρο γρίπης, στο Λονδίνο, για συγκριτική μελέτη. Το ίδιο έγινε και με τους ιούς άλλων «πυρεσσόντων και απομονωθέντων μετά την άφιξίν των».

Η πρώτη «δομή», όπως θα λέγαμε σήμερα, στην οποία εντοπίστηκαν κρούσματα, ήταν μια παιδική κατασκήνωση στην Πεντέλη, Αύγουστο μήνα. Εκπλύματα φάρυγγος ελήφθησαν και από τα 150 παιδιά που ασθένησαν. Ο ιός, σύμφωνα με το Πανεπιστήμιο Αθηνών που εξέτασε τα δείγματα, ήταν «νέος, τύπου Α, κατά πάσαν πιθανότητα του αυτού προς τους εν τη Άπω Ανατολή απομονωθέντας». Οι καθηγητές προειδοποίησαν ότι ήταν πιθανόν να εκδηλωθεί επιδημία μέσα στους προσεχείς μήνες και ζήτησαν ενίσχυση από το κράτος για να δημιουργήσουν εμβόλιο, δεδομένου ότι οι άγγλοι συνάδελφοί τους είχαν αναγγείλει ότι δεν θα τελείωναν την παρασκευή εμβολίου πριν από τον Δεκέμβριο. Οι σύμβουλοι, όμως, του υπουργείου θεώρησαν ότι αυτό δεν ήταν εφικτό ή σκόπιμο.

Η επιδημία παρουσίασε, πράγματι, μεγάλη διάδοση. Ένας στους δύο κατοίκους των μεγάλων πόλεων είχε νοσήσει μέχρι τέλος Οκτωβρίου. Η ασθένεια εκδηλωνόταν εντονότερη στα παιδιά, αλλά γενικά ο πυρετός δεν ξεπερνούσε τους 38C. Βαρύτερα συμπτώματα παρουσιάζονταν σε ποσοστό 2-5%. Η γενική εικόνα ήταν ότι επρόκειτο για επιδημία όχι επικίνδυνη καθαυτή, αλλά για τυχόν επιπλοκές της, κυρίως σε παιδιά και βρέφη. Μέχρι τέλος Σεπτεμβρίου η θνητότητα ήταν χαμηλή. Η ανακοίνωση του Υπουργείου Κοινωνικής Πρόνοιας για κάποιον από τους πρώτους θανάτους, ένα 12χρονο κορίτσι που κατέληξε στην Αθήνα, μας δίνει μια εικόνα για τις πιθανές επιπλοκές: «Γενομένης επιδημιολογικής ερεύνης, διεπιστώθη ότι η νέα ησθένησε την 21ην Σεπτεμβρίου. Εν αρχή ησθάνετο ελαφράν αδιαθεσίαν και είχεν ολίγον πυρετόν. Μετά διήμερον, ήτοι την 23ην λήγοντος, ημέραν Δευτέραν και περί ώραν 9ην, η ασθενής παρουσίασε υψηλόν πυρετόν και δυσφορίαν. Τότε εκλήθη υπό των συγγενών της διά πρώτην φοράν ο ιατρός κ. Κ., όστις περί ώραν 10.15΄της ιδίας ημέρας συνέστησε θεραπείαν διά πενικιλλίνης, στρεπτομυκίνης και διηνήργησε την πρώτην ένεσιν. Περί την 12ην μεσημβρινήν ήρχισεν έντονος δυσφορία της νέας και κυάνωσις των άκρων. Εκλήθη επειγόντως ο ίδιος ιατρός όστις μετέφερε την ασθενή εις το νοσοκομείον παίδων. Εκεί ήρχισεν η χορήγησις οξυγόνου συγχρόνως δε εκλήθη εις συμβούλιον ο καθηγητής κ. Χ., όστις διαγνώσας την βαρείαν κατάστασιν συνέστησε χρυσομυκίνην, αφαίμαξιν, οξυγόνον, πλην όμως περί ώραν 2.45΄ μ.μ. επήλθε το μοιραίον».

Ο κόσμος αναρωτιόταν αν, όποιος «περνούσε» τη γρίπη, αποκτούσε ανοσία, και οι γιατροί του υπουργείου διαβεβαίωναν ότι πράγματι αποκτούσε για διάρκεια οκτώ μηνών. Ωστόσο, προειδοποιούσαν όσους δεν είχαν νοσήσει να αποφεύγουν τις επισκέψεις όχι μόνον στους ασθενείς, αλλά και σε «αποθεραπευθέντα άτομα, τα οποία δύνανται να μεταδώσουν την νόσον επί δε καήμερον σχεδόν από τηςαποθεραπείας των». Η αναπνοή, η επαφή των χεριών, η χρήση των ίδιων προσοψιών και ποτηριών, ακόμη και ο αέρας μέσα σε κλειστούς χώρους αρκούσαν για να μεταδώσουν τον ιό και η λύση ήταν μία: αποφυγή συγχρωτισμού και κλειστών χωρών.
Τον Οκτώβριο, οι υπηρεσίες του υπουργείου διαπίστωσαν ότι, αν και προσβάλλονταν άτομα κάθε ηλικίας, είχαν ασθενήσει περισσότερα παιδιά και έφηβοι και λιγότεροι ηλικιωμένοι, οι οποίοι όμως παρουσίαζαν επιπλοκές. Προς τα μέσα του μήνα, παρατηρήθηκε ότι στους περισσότερους ασθενείς ο πυρετός ανέβαινε μέχρι 39C. Τα νοσοκομεία και οι κλινικές ήταν γεμάτα με τα βαρύτερα περιστατικά. Το κύριο βάρος έφερε το ΙΚΑ, οι γιατροί του οποίου επισκέπτονταν όλους τους ασθενείς, έδιναν αγωγή για τα ελαφρύτερα περιστατικά και έστελναν στα νοσοκομεία τα βαρύτερα. Ο φόρτος εργασίας των γιατρών ήταν τεράστιος και για να αντεπεξέλθουν εργάζονταν υπερωριακώς, ενώ το ΙΚΑ, εκτός από την επιπλέον αμοιβή, ενέκρινε δαπάνες κίνησης με ταξί. Επιπλέον, έκλεισε τα εξωτερικά ιατρεία και ζήτησε από τους γιατρούς όλων των ειδικοτήτων να πραγματοποιούν επισκέψεις στα σπίτια των γριπωμένων. Στην Αθήνα, το ΙΚΑ λάμβανε περίπου 5.000 κλήσεις για κατ’ οίκον επισκέψεις και στη Θεσσαλονίκη γύρω στις χίλιες. Προς τα τέλη Οκτωβρίου, οι αριθμοί αυτοί μειώθηκαν κατά 25-35%.
Λαϊκό ενδιαφέρον προκάλεσε η συζήτηση αν ο ιός ήταν εκείνος του 1918 ή διαφορετικός (γρίπη «ισπανική» και άρα θανατηφόρος ή «ασιατική» και άρα ηπιότερη;). Η συζήτηση ήταν άσκοπη, αφού δεν υπήρχε ο ιός του 1918 για να γίνουν συγκρίσεις. Ωστόσο, σε δύο θέματα εκδηλώθηκε σοβαρή διαφωνία μεταξύ των ειδικών. Το πρώτο αφορούσε την καθυστερημένη σύγκληση του Ανωτάτου Υγειονομικού Συμβουλίου, η οποία πραγματοποιήθηκε στα μέσα Οκτωβρίου, όταν πλέον η κατάσταση είχε διαμορφωθεί. Αποδέκτης των κατηγοριών σε πολιτικό επίπεδο ήταν η υπουργός Λίνα Τσαλδάρη, η οποία απάντησε ότι έπραξε ό,τι ήταν δυνατόν για να αποτραπεί η διάδοση της επιδημίας, «πράγμα το οποίον είχε σημασίαν και δι’ άλλους λόγους, αλλά και διά την τουριστικήν κίνησιν εις την χώραν μας». Η σύγκληση δηλαδή του Συμβουλίου θα μπορούσε να είχε αποβεί εναντίον του τουρισμού της χώρας! Το δεύτερο θέμα αφορούσε την παρασκευή εμβολίου. Ορισμένοι ειδικοί επέμεναν ότι ήταν δυνατή η έγκαιρη παρασκευή του εμβολίου στην Ελλάδα, ενδεχόμενο το οποίο στην αρχή το υπουργείο απέρριψε, αλλά στη συνέχεια αναγκάστηκε να υποχωρήσει και να ξεκινήσει -καθυστερημένα πλέον- τη διαδικασία παρασκευής, με στόχο να εμβολιαστεί τουλάχιστον το υγειονομικό προσωπικό. Ας σημειωθεί ότι ένας από τους προσβληθέντες από γρίπη ήταν και ο ειδικός επιδημιολόγος Γ.Α., ο οποίος είχε ταχθεί κατά της παρασκευής εμβολίου.

Δεν ήταν λίγοι οι γιατροί που προσπάθησαν με δημοσιεύματά τους να καθησυχάσουν το κοινό προσφεύγοντας στη στατιστική. «Καθ’ εκάστην», έγραφε ένας καθηγητής του Πανεπιστημίου, «αναγράφονται εις τον τύπον: Απέθανον 10 εκ γρίππης! Άλλα 4 θανατηφόρα κρούσματα! Αν σκεφθώμεν με ψυχραιμίαν, θα ίδωμεν ότι οι αριθμοί αυτοί (άπαντα τα θανατηφόρα περιστατικά ασφαλώς από επιπλοκάς), έναντι του αριθμού των νοσησάντων είναι κυριολεκτικώς ασήμαντοι Ουδείς ποτέ εφοβήθη την επάρατον “εθνικήν” μας νόσον την ελονοσίαν, η οποία αθορύβως, χωρίς τυμπανοκρουσίας, χωρίς μεγάλους τίτλους εις τας εφημερίδας, εφόνευε κατ’ έτος 6.000 άτομα, ούτε κανείς εφοβήθη ποτέ την πνευμονίαν, που εφόνευε ετησίως 15.000…». (Βέβαια, το συγκεκριμένο έτος 1957 η πνευμονία «εφόνευσε» μερικές εκατοντάδες ολιγότερους από τη γρίπη. Αλλά αυτό ο καθηγητής δεν ήταν δυνατόν να το γνωρίζει).
Εκτός από αυτά τα πεζά και τετριμμένα, που θυμίζουν την εποχή μας, υπήρξαν και ενδιαφέρουσες ιατρικές ανακοινώσεις. Ο δρ Αμούζο, από το Μιλάνο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επιδημία της γρίπης οφειλόταν στα ραδιενεργά νέφη που δημιουργήθηκαν από τις πυρηνικές δοκιμές, θέση που αρχικώς διατύπωσε ο Γάλλος δρ Ζιουστέ, ο οποίος είχε προβλέψει ότι οι πυρηνικές δοκιμές θα εξασθένιζαν την υγεία των κατοίκων του πλανήτη. Ο Αμούζο υποστήριξε, συγκεκριμένα, ότι ο ιός Α της ασιατικής γρίπης οφειλόταν στα κατάλοιπα των εκρήξεων ατομικών βομβών. Ένας άλλος γιατρός από το Μιλάνο, διευθυντής μάλιστα του ψυχιατρικού ινστιτούτου της πόλης, ισχυρίστηκε ότι η ασιατική γρίπη μπορεί να προκαλέσει εκρήξεις «ανθρωποκτόνου παραφροσύνης», στο πλαίσιο γνωμάτευσής του για τον φόνο ενός βρέφους από τον πατέρα του.
Ο Τύπος γενικώς στάθηκε με μεγάλη σοβαρότητα απέναντι στην επιδημία, δεδομένου ότι υπήρχαν τότε δύο δημοσιογραφικές ειδικότητες που ασχολούνταν κατ’ αποκλειστικότητα με την εύθυμη πλευρά των γεγονότων, οι γελοιογράφοι και οι ευθυμογράφοι. Οι γελοιογράφοι συνδύασαν τη γρίπη με τις πολιτικές εξελίξεις. Οι ευθυμογράφοι σατίριζαν την τετραήμερη άδεια που έδιναν οι γιατροί του ΙΚΑ στους ασθενείς και αναρωτιόνταν για ποιο λόγο η ασθένεια έπληττε περισσότερο τους υπαλλήλους παρά τους επαγγελματίες. Σε ένα δημόσιο τομέα όπου η αναβλητικότητα ήταν ρουτίνα, η επιδημία παρήγαγε πρόσθετες προφάσεις για αναβολή: «Από εβδομάδα», «να πέσουν οι ζέστες», «να επιστρέψει ο τμηματάρχης από την άδεια…». «Φαντασθείτε τώρα που η επιδημία τονώνει την παράδοση», έγραφε ο Π. Παλαιολόγος. «Βασίλισσα των Ελλήνων έγινε η αβεβαιότητα. Όλα είναι αβέβαια. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η γρίπη θα ρίξει και τον υπόλοιπο πληθυσμό από τη μια στιγμή στην άλλη».
Δεν ήταν λίγοι οι γιατροί που προσπάθησαν με δημοσιεύματά τους να καθησυχάσουν το κοινό προσφεύγοντας στη στατιστική. «Καθ’ εκάστην», έγραφε ένας καθηγητής του Πανεπιστημίου, «αναγράφονται εις τον τύπον: Απέθανον 10 εκ γρίππης! Άλλα 4 θανατηφόρα κρούσματα! Αν σκεφθώμεν με ψυχραιμίαν, θα ίδωμεν ότι οι αριθμοί αυτοί (άπαντα τα θανατηφόρα περιστατικά ασφαλώς από επιπλοκάς), έναντι του αριθμού των νοσησάντων είναι κυριολεκτικώς ασήμαντοι! Ουδείς ποτέ εφοβήθη την επάρατον “εθνικήν” μας νόσον την ελονοσίαν, η οποία αθορύβως, χωρίς τυμπανοκρουσίας, χωρίς μεγάλους τίτλους εις τας εφημερίδας, εφόνευε κατ’ έτος 6.000 άτομα, ούτε κανείς εφοβήθη ποτέ την πνευμονίαν, που εφόνευε ετησίως 15.000…». (Βέβαια, το συγκεκριμένο έτος 1957 η πνευμονία «εφόνευσε» μερικές εκατοντάδες ολιγότερους από τη γρίπη. Αλλά αυτό ο καθηγητής δεν ήταν δυνατόν να το γνωρίζει).

Εκτός από αυτά τα πεζά και τετριμμένα, που θυμίζουν την εποχή μας, υπήρξαν και ενδιαφέρουσες ιατρικές ανακοινώσεις. Ο δρ Αμούζο, από το Μιλάνο, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επιδημία της γρίπης οφειλόταν στα ραδιενεργά νέφη που δημιουργήθηκαν από τις πυρηνικές δοκιμές, θέση που αρχικώς διατύπωσε ο Γάλλος δρ Ζιουστέ, ο οποίος είχε προβλέψει ότι οι πυρηνικές δοκιμές θα εξασθένιζαν την υγεία των κατοίκων του πλανήτη. Ο Αμούζο υποστήριξε, συγκεκριμένα, ότι ο ιός Α της ασιατικής γρίπης οφειλόταν στα κατάλοιπα των εκρήξεων ατομικών βομβών. Ένας άλλος γιατρός από το Μιλάνο, διευθυντής μάλιστα του ψυχιατρικού ινστιτούτου της πόλης, ισχυρίστηκε ότι η ασιατική γρίπη μπορεί να προκαλέσει εκρήξεις «ανθρωποκτόνου παραφροσύνης», στο πλαίσιο γνωμάτευσής του για τον φόνο ενός βρέφους από τον πατέρα του.
Ο Τύπος γενικώς στάθηκε με μεγάλη σοβαρότητα απέναντι στην επιδημία, δεδομένου ότι υπήρχαν τότε δύο δημοσιογραφικές ειδικότητες που ασχολούνταν κατ’ αποκλειστικότητα με την εύθυμη πλευρά των γεγονότων, οι γελοιογράφοι και οι ευθυμογράφοι. Οι γελοιογράφοι συνδύασαν τη γρίπη με τις πολιτικές εξελίξεις. Οι ευθυμογράφοι σατίριζαν την τετραήμερη άδεια που έδιναν οι γιατροί του ΙΚΑ στους ασθενείς και αναρωτιόνταν για ποιο λόγο η ασθένεια έπληττε περισσότερο τους υπαλλήλους παρά τους επαγγελματίες. Σε ένα δημόσιο τομέα όπου η αναβλητικότητα ήταν ρουτίνα, η επιδημία παρήγαγε πρόσθετες προφάσεις για αναβολή: «Από εβδομάδα», «να πέσουν οι ζέστες», «να επιστρέψει ο τμηματάρχης από την άδεια…». «Φαντασθείτε τώρα που η επιδημία τονώνει την παράδοση», έγραφε ο Π. Παλαιολόγος. «Βασίλισσα των Ελλήνων έγινε η αβεβαιότητα. Όλα είναι αβέβαια. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η γρίπη θα ρίξει και τον υπόλοιπο πληθυσμό από τη μια στιγμή στην άλλη».

