Τι είναι και τι δεν είναι το ιστορικό κέντρο

Η Πολιτιστική Εταιρεία στηρίζει το περιοδικό «Εντευκτήριο», ένα από τα ποιοτικότερα λογοτεχνικά περιοδικά της χώρας.

ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΑΡΘΡΑ

Τι είναι και τι δεν είναι το ιστορικό κέντρο

του Ευάγγελου Χεκίμογλου 

Εντός «ιστορικού κέντρου». Από την πλευρά της οδού Αγίας Σοφίας, περί το 1960. Το διώροφο κτίριο απέμενε το μοναδικό του είδους του. Φυσικά και η Αχειροποίητος. (Αρχείο Ε. Ρούπα– Ε. Χεκίμογλου)

Το 1964 κυκλοφόρησε το τραγούδι «Downtown» με την Petula Clark, το οποίο γνώρισε μεγάλη επιτυχία. Ακολούθησε, δύο χρόνια αργότερα, μια άλλη μεγάλη επιτυχία, το «Summer in the city», του συγκροτήματος The Lovin’ Spoonful. Αν και με διαφορετικό θέμα, τα δύο τραγούδια είχαν
κοινό μοτίβο: στη διάρκεια της ημέρας βιώνουμε προβλήματα, αλλά το βράδυ μπορούμε να βρούμε διέξοδοστη διασκέδαση, αρκεί αυτή να γίνεται στον κατάλληλο τόπο. Στο τραγούδι «Downtown» αυτός ο τόπος προσδιορίζεται επακριβώς και είναι το «κέντρο» της πόλης. Στο «Summer in the city» ο τοπικός προσδιορισμός είναι αόριστος, αλλά το νόημα είναι το ίδιο. Ο κατάλληλος τόπος.

«Κέντρο» και κέντρα

Οι ανθρώπινες δραστηριότητες αναπτύσσονται κατά κατηγορίες μέσα στον χώρο, σε διαφορετικά σημεία. «Κέντρο» μιας κατηγορίας δραστηριοτήτων είναι ο τόπος που συγκεντρώνει τις περισσότερες δραστηριότητες της κατηγορίας αυτής. Έτσι, μια σύγχρονη πόλη μπορεί να διαθέτει διαφορετικά κέντρα, ανάλογα με το μέγεθός της και τις δραστηριότητες που αναπτύσσει. Μπορεί να έχει ένα εμπορικό κέντρο ή και περισσότερα, ένα διοικητικό κέντρο, και ενίοτε ένα βιομηχανικό κέντρο, αν διαθέτει βιομηχανία.

Πριν από την πυρκαγιά του 1890 η Θεσσαλονίκη διέθετε εμπορικό κέντρο εισαγομένων ειδών στο λιμάνι, εμπορικό κέντρο δημητριακών στο παλαιό Καπάνι, εμπορικό κέντρο υφασμάτων γύρω από το Μπεζεστένι (με επιμέρους ειδικές αγορές), διοικητικό κέντρο με τα γειτονικά κτίρια των διοικητών του νομού (kaza), του ιεροδίκη (mehkeme) και του διοικητή της περιφέρειας (vilayet), δηλαδή το Διοικητήριο, όπου βρισκόταν και η φυλακή. Η πόλη διέθετε επίσης ένα βιοτεχνικό κέντρο στο Ιπποδρόμιο κι ένα άλλο στην Πύλη του Βαρδάρη. Ωστόσο, από διάφορες λεπτομέρειες που μισοκρύβονται στις πηγές, φαίνεται ότι υπήρχε κάποια αστάθεια στη διατήρηση των εμπορικών και βιοτεχνικών κέντρων. Γνωρίζουμε περιπτώσεις που ομάδες εμπόρων ή επαγγελματιών μετέφεραν τα καταστήματά τους σε άλλα σημεία της πόλης και δημιούργησαν ή προσπάθησαν να δημιουργήσουν δευτερεύοντα κέντρα. Όμως αυτό αποτελούσε παράβαση των συντεχνιακών κανονισμών και οι ομότεχνοί τους κατέβαλαν προσπάθειες να αναγκάσουν όσους μετακινήθηκαν να επανέλθουν στο αρχικό κέντρο. Δυστυχώς, τα στοιχεία που διαθέτουμε είναι αποσπασματικά και μας λείπει μια συνολική εικόνα, είμαι ωστόσο πεπεισμένος ότι, μέχρι να καταρρεύσει το συντεχνιακό σύστημα, οι δυνάμεις που κρατούσαν μία αγορά στην ίδια γεωγραφική θέση ήταν κυρίως εξω-οικονομικές. Η θέση του καταστήματος επιβαλλόταν, δεν ήταν προϊόν ελεύθερης βούλησης(σε απλά ελληνικά, την καθόριζε η «μαφία» των γενιτσάρων). Από την άλλη πλευρά, στον 18ο αιώνα φαίνεται ότι υπήρχε μεγάλη γεωγραφική διασπορά επαγγελμάτων στον αστικό χώρο, όπως δείχνουν οι κτηματικοί τίτλοι. Με δύο λόγια, ενδέχεται η νοσταλγική εικόνα της πόλης με τις αγορές της να μην ήταν τόσο σταθερή όσο νομίζουμε.

Εκτός «ιστορικού κέντρου». Λήψη Γ. Λυκίδη 1954, η οποία έλαβε άδεια κυκλοφορίας σε καρτ ποστάλ από το Υπουργείο Παιδείας. (Αρχείο Ε. Ρούπα– Ε. Χεκίμογλου)

Οι συμπολίτες μας του 19ου αιώνα δεν θα ονόμαζαν «κέντρα» τις αγορές και τα διοικητικά κτίρια. Στην καλύτερη περίπτωση, οι ονομασίες των αγορών τις ξεχώριζαν από τις απλές γειτονιές που δεν είχαν αγορές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι υπήρχε γειτονιά χωρίς στοιχειώδεις εμπορικές λειτουργίες ή ότι υπήρχαν αγορές χωρίς πολύ κοντινούς τόπους κατοικίας. Η έννοια του «κέντρου» δημιουργήθηκε αργότερα, με την πρόοδο επιστημονικών κλάδων όπως η οικονομική γεωγραφία και η πολεοδομία, είναι δηλαδή μια επιστημονική έννοια που άργησε να διεισδύσει στην καθημερινή γλώσσα. Οι παλαιότεροι Θεσσαλονικείς έλεγαν «πάω στην αγορά» και όχι «πάω στο κέντρο».

Χρειάστηκε, άλλωστε, να μεγαλώσει αρκετά η πόλη, ώστε να αποκτήσει περιφερειακές αγορές, ώστε να έχει νόημα η διάκριση. Οι ονομασίες καταστημάτων και εμπορικών στοών δείχνουν ότι από τη δεκαετία του 1920 η έννοια «κεντρικός» άρχισε να υπεισέρχεται στη νοηματοδότηση των καθημερινών κινήσεων. Κάτι ανάλογο παρατηρήθηκε και στην ομιλούμενη στις ΗΠΑ αγγλική γλώσσα μερικές δεκαετίες νωρίτερα. Στις μεγάλες αμερικανικές πόλεις από τα τέλη του 19ου αιώνα ως κέντρο εθεωρείτο η περιοχή όπου ήταν συγκεντρωμένες επιχειρήσεις (business district). Καθώς οι πόλεις μεγάλωναν, δημιουργήθηκαν και άλλοι τόποι συγκέντρωσης επιχειρήσεων. Έτσι καθιερώθηκε ο όρος «central business district» (CBD) για να ξεχωρίζει το αρχικό κέντρο, ένας όρος θεμελιώδης στην οικονομική γεωγραφία. Όταν οι Αμερικανοί λένε «downtown», το CBD εννοούν. Αλλά αν προσέξετε τους στίχους που ακούγαμε στις τρυφερές μας ηλικίες από την Petula Clark, η διάκριση δεν φαίνεται μόνον γεωγραφική. ΈλεγεηPetula, η οποία αισίως εφέτος έγινε 90 ετών:

When you’re alone and life is making you lonely
/ you can always go downtown
When you’ve got worries, all the noise and the
hurry seems to help, I know, downtown.

Και συμπλήρωνε ο χορός:

So go downtown / Things will be great when
you’re downtown / No finer place for sure,
downtown / everything’s waiting for you.

Άλλοι στίχοι του ίδιου τραγουδιού μιλούσαν για κινηματογράφους και μέρη που δεν κλείνουν το βράδυ και όπου ο μοναχικός κάτοικος της πόλης μπορεί να πάει να χορέψει. Αυτό ήταν το downtown. Η συγκέντρωση των επιχειρήσεων ταυτιζόταν με τη συγκέντρωση τόπων διασκέδασης. Όποιος μπορεί να θυμηθεί την Τσιμισκή του 1960 ή και του 1970, θα καταλάβει αμέσως τι εννοώ.

Ας ξαναγυρίσουμε στα παλαιότερα. Ο επανασχεδιασμός της Θεσσαλονίκης μετά την πυρκαγιά του 1917 ανέτρεψε οριστικά την ισορροπία των αγορών. Ο τόπος εξακολουθούσε να ονομάζεται Θεσσαλονίκη, αλλά ήταν πια ένας άλλος τόπος. Σε αντίθεση με την Αθήνα, όπου η ρυμοτομία της παλιάς πόλης διατηρήθηκε και μπορεί κανείς να αναγνωρίσει στους στενούς δρόμους τις περιγραφές του 18ου αιώνα, στη Θεσσαλονίκη (με εξαίρεση την Άνω Πόλη) δεν μπορείς να προσανατολιστείς έχοντας στο χέρι έναν χάρτη κατασκευασμένο πριν από την πυρκαγιά. Ο πιο ζωηρός εμπορικός δρόμος της Θεσσαλονίκης του18ουκαι 19ουαιώνα, η οδός Ζαφειράκη, δεν υφίσταται εδώ και δεκαετίες. Οι ράφτες και τα τυπογραφεία της οδού Αγίου Μηνά και της οδού Εδέσσης δεν είναι πλέον ούτε αναμνήσεις, και τα περισσότερα κτίρια του δρόμου που στην εποχή τους κόστισαν περιουσίες– είναι άδεια και ετοιμόρροπα.

Με αυτό το αναμνηστικό υλικό μπορούμε να συνδέσουμε τους περιηγητές που επισκέφτηκαν τη Θεσσαλονίκη από το 1432 μέχρι το 1917, και ήταν εκατοντάδες, προσφέροντας μια ιστορική πηγή εφάμιλλη της προφορικής ιστορίας. Στις περιγραφές τους, οι οποίες αφορούν κυρίως μνημεία και αγορές, δεν υπάρχει η έννοια του «κέντρου». Αν βασιστούμε στους περιηγητές για να αντιληφθούμε ποιες περιοχές της πόλης είχαν συγκεντρωμένες δραστηριότητες και συχνάζονταν περισσότερο, η απογοήτευσή μας θα είναι μεγάλη. Μας άφησαν μαρτυρίες για τα αξιοθέατα της εποχής, για τους βρόμικους δρόμους κοντά στα παραθαλάσσια τείχη και τις δαιδαλώδεις αγορές, αλλά τίποτε που να μοιάζει περιγραφή του κέντρου μιας πόλης.

Όριο του «ιστορικού κέντρου». Η πλατεία Μεταξά, όπως ονομαζόταν τότε, κοινώς Βαρδάρης, με κυκλική κίνηση οχημάτων. Από δεξιά
η οδός Δωδεκανήσου, από αριστερά η οδός Καραολή και Δημητρίου. Η φωτογραφία από την εφημερίδα Μακεδονία.

Ο νεολογισμός

Έπειτα από όλα αυτά έρχομαι στον νεολογισμό «ιστορικό κέντρο», ο οποίος μάλλον καταχρηστικά χρησιμοποιεί τον όρο «ιστορικό». Η νοηματική ερμηνεία του όρου «ιστορικό κέντρο» μας δίνει δύο εκδοχές. Η πρώτη είναι: τόπος στον οποίο συνέβησαν τα σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα σε μια πόλη. Η δεύτερη είναι: τόπος ο οποίος υπήρξε οικονομικό ή διοικητικό κέντρο σε παλαιότερες εποχές (η λέξη «ιστορικός» έχει εδώ την έννοια του παλαιού). Εννοείται ότι οι δύο ερμηνευτικές εκδοχές δεν ταυτίζονται. Μπορεί σε κάποιο σημείο της πόλης να συνέβησαν εξόχως ιστορικά γεγονότα, αλλά αυτό το σημείο να μη διέθετε ούτε πολλά καταστήματα ούτε διοικητικά κτίρια. Ή αντίστροφα, κάποιος τόπος μπορεί να υπήρξε εμπορικό ή διοικητικό κέντρο, αλλά να μη φιλοξένησε ποτέ ιστορικά γεγονότα.

Ο όρος «ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης» δεν είναι τίποτε από τα παραπάνω. Είναι ένας όρο  της κρατικής μηχανής, εξαιρετικά τεχνητός, ο οποίος βασίζεται σε μια υπουργική απόφαση. Σύμφωνα με αυτήν, το «ιστορικό κέντρο» της Θεσσαλονίκης είναι η περιοχή που περικλείεται από τα εξής σημεία και δρόμους: παλιό τμήμα του λιμανιού, παλιά παραλία, Λευκός Πύργος, οδός Παύλου Μελά, ιερό ναού Αγίας Σοφίας, οδός Στεφάνου Τάττη, οδός Εξαδακτύλου, οδός Χριστοπούλου, οδός Αγίας Σοφίας, οδός Κασσάνδρου, Διοικητήριο, οδός Καραολή και Δημητρίου, πλατεία Βαρδάρη, Φρούριο Βαρδάρη, παλιό λιμάνι.

Σύμφωνα με την υπουργική απόφαση που χαρακτηρίζει την εν λόγω περιοχή ως ιστορικό κέντρο, αυτή «διασώζει διάσπαρτα μεν αλλά με διαδοχική διάταξη αξιόλογα ιστορικά κτίσματα, πυρήνες και χώρους, μνημεία, συγκροτήματα και ενότητες όλων των εποχών και όλων των ρυθμών, άρρηκτα συνδεδεμένων μεταξύ τους, καθώς και με την ιστορία της πόλης» (ΦΕΚ Β΄ 833/1994). Και συνεχίζει το κείμενο με άλλα ασαφή, σαν τα παραπάνω, για αρχιτεκτονική και «πολιτιστικά δεδομένα».

Δυσκολεύομαι να αντιληφθώ πώς μπορούν πράγματα να είναι ταυτοχρόνως διάσπαρτα και σε διαδοχική διάταξη. Ποιοι είναι και τι κάνουν αυτοί οι ιστορικοί πυρήνες, μου διαφεύγει. Όσο για τα συγκροτήματα και ενότητες, ομολογώ ότι ξεπερνούν τις αντιληπτικές μου δυνατότητες. Δυσκολεύομαι να αναγνωρίσω πράγματα τόσο αόριστα, όσο «πυρήνες και χώρους, και ενότητες όλων των εποχών και όλων των ρυθμών», ούτε είμαι τόσο ευφυής για να αντιληφθώ πώς συνδέονται «άρρηκτα» μεταξύ τους. Ένα τμήμα της πόλης από αυτό που περιγράφηκε είναι εντελώς καινούργιο, χαραγμένο μετά την πυρκαγιά του 1917, κτισμένο στη δεκαετία του 1920 και ξανακτισμένο το 1960-1970. Οι πολυκατοικίες της οδού Χριστοπούλου, αίφνης, δεν βλέπω πώς ταιριάζουν με τον Λευκό Πύργο.

Όριο του «ιστορικού κέντρου».
Εγνατία με Σωκράτους: ο Άγιος
Αθανάσιος, κτίσμα του 1818,
περιβαλλόμενο από αύλιο χώρο. Τα πέριξ διώροφα μεταμορφώθηκαν σε
πολυώροφες πολυκατοικίες.

Αλλά αφού, κύριε συντάκτη, αποφάσισες να ονομάσεις τα τρίτα τέταρτα της εντός των τειχών πόλεως «ιστορικό κέντρο», τι σε πείραζε να περιλάβεις και το υπόλοιπο ένα τέταρτο, δηλαδή από το ιερό της Αγίας Σοφίας μέχρι τη θέση του ανατολικού τείχους; Σε ενοχλεί η Παναγούδα, η υπαπαντή, η Νέα Παναγία, το Γαλεριανό Συγκρότημα; Μήπως σου ξίνισε η Καμάρα, το Ιπποδρόμιο και ο ναός του Αγίου Αντωνίου; Τάχα έχεις κάτι με τη γειτονιά γύρω από τη ροτόντα; Ή μήπως το τραπέζι σου ήταν μικρό και το ανατολικό τμήμα του χάρτη δεν το έβλεπες τη στιγμή που χάραξες το «ιστορικό κέντρο»; (υπάρχει και η εκδοχή ότι πάνω στο γραφείο υπήρχε μια σκυλίτσα που σκέπαζε το Ιπποδρόμιο, αλλά δεν θα επιμείνω σε αυτήν τη φιλοζωική εκδοχή.)

Βέβαια, ο καλόπιστος αναγνώστης θα αναγνωρίσει μέσα στην περιοχή του «ιστορικού κέντρου» μνημεία και ιστορικά κτίσματα. Τα μνημεία και τα ιστορικά κτίσματα προστατεύονται αυτοτελώς, άρα ποιος είναι ο λόγος να κηρυχθεί το μεγαλύτερο τμήμα της εντός των τειχών πόλεως «ιστορικό κέντρο»;

Ο λόγος είναι απλός και κατανοητός στη λογική της κρατικής μηχανής, έστω και αν για τους απλούς θνητούς απαιτείται φαντασία για να γίνει αντιληπτός: η αστική έκταση που περιγράφηκε ονομάστηκε «ιστορικό κέντρο» προκειμένου να χαρακτηριστεί ως «ιστορικός τόπος». Διότι, όπως λέγει και η υπουργική απόφαση στο ιδιόμορφο γραφειοκρατικό ιδίωμά της, «χαρακτηρίζουμε ως ιστορικό τόπο το ιστορικό κέντρο της Θεσσαλονίκης». Εκεί ήθελε να καταλήξει ο συντάκτης: το ιστορικό κέντρο είναι ιστορικός τόπος.

Τι είναι, όμως, «ιστορικός τόπος»; Συνεχίστε να διαβάζετε, αγαπητέ αναγνώστη, μόνοναν αγαπάτε τα μυστήρια. Την απάντηση θα τη βρούμε σε έναν νόμο του 1950 (ΦΕΚ Α΄169), ο οποίος θέσπισε ότι: «Εις την κατηγορίαν των καλλιτεχνικών και ιστορικών μνημείων και οικοδομημάτων παλαιοτέρων του 1830 δύνανται να υπαχθώσι και κτίσματα έχοντα ιστορικήν σπουδαιότητα, νεώτερα του έτους 1830 ως και ιστορικοί τόποι».

Στο σημείο αυτό, όμως, η ευγλωττία του νομοθέτη τον εγκατέλειψε, ή η σύζυγός του μπήκε στο δωμάτιο και απέσπασε την προσοχή του. (Ήταν και δύσκολα χρόνια, το ψωμί μοιραζόταν ακόμη με δελτίο.) Η επόμενη φράση του ήταν η εξής:

«Προς τούτο [δηλαδή για να «υπαχθώσι» οι ιστορικοί τόποι] δέον προηγουμένως να χαρακτηρισθώσιν ως ιστορικοί τόποι διά πράξεως του υπουργού των Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας».

Εκτός «ιστορικού κέντρου». Το τμήμα της Εγνατίας από την Υπαπαντή ως τη σημερινή Αγγελάκη, της οποίας δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί η διάνοιξη, 1958. Η φωτογραφία από την εφημερίδα Μακεδονία

Μόνο που ο κακόμοιρος ξέχασε να ορίσει την έννοια του ιστορικού τόπου. Έτσι, έγραψε ότι οι ιστορικοί τόποι προστατεύονται από τη νομοθεσία περί αρχαιοτήτων αν χαρακτηριστούν ιστορικοί τόποι. Μέχρι να οριστούν δεν θα είναι ιστορικοί τόποι. Αλλά πώς θα χαρακτηριστούν ιστορικοί τόποι, αφού δεν υπάρχει ορισμός του ιστορικού τόπου; Τι είναι αυτοί οι ιστορικοί τόποι; Μήπως αυτό το «πυρήνες και χώροι, και ενότητες όλων των εποχών και όλων των ρυθμών»; Μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ.

Δύο ιστορικοί, ένας παραδοσιακός και ένας ορφανός τόπος

«Ιστορικός τόπος» δεν έχει κηρυχθεί μόνον το «ιστορικό κέντρο» της Θεσσαλονίκης, αλλά και η περιοχή Λαδάδικα, και μάλιστα πριν από το «ιστορικό κέντρο», ήτοι το 1985 (ΦΕΚ Β΄ 350/1985). Η αιτιολογία ήταν ότι «η περιοχή αυτή της σημερινής πόλης της Θεσσαλονίκης» (και όχι της χθεσινής, αν σας πέρασε τέτοιο πράγμα από το μυαλό) διατηρεί μέχρι σήμερα (αφού, χριστιανέ μου, χρησιμοποιείς επίθετο, τι το θέλεις το μέχρι σήμερα;) τον χαρακτήρα και τις μνήμες της αγοράς του 19ου αιώνα. Αποτελεί τη μοναδική περιοχή του 19ου αιώνα όπου συνυπάρχουν τύποι και ρυθμοί κτιρίων διαφόρων εποχών(…) καθιστώντας την περιοχή ιδιαίτερα σημαντική και ενδιαφέρουσα ως χώρο ανάγνωσης και εξέλιξης της μνήμης και των ιστορικών μορφών».

Αν και οι λεκτικές του χασμωδίες δείχνουν ότι και αυτός ο συντάκτης διακόπηκε καθώς έγραφε, όπως και ο προηγούμενος, τουλάχιστον μας αφήνει να καταλάβουμε πώς εννοεί τον ιστορικό τόπο, κι ας μην τον βάφτισε ιστορικό κέντρο: (α) παλαιά κτίρια, (β) ποικιλία τύπων και ρυθμών, (γ) διατήρηση και εξέλιξη της μνήμης. Αν εξαιρέσω το τελευταίο, που φέρνει λίγο στη μεταφυσική, το υπόλοιπο είναι κατανοητό, με ένα μικρό κούρεμα.

Πάντως, ο συντάκτης δεν άντεξε να μην κάνει επίδειξη γνώσεων: «Η περιοχή ονομαζόταν ISTIRA, που σημαίνει “αγορά” (sic), και εδώ βρισκόταν το κέντρο του χονδρεμπορίου. Οι τριακόσιοι περίπου έμποροί της πουλούσαν λινάρι, κινά, ζάχαρη, ρύζι, καφέ, και όλα τα άλλα είδη που έρχονταν από την Αίγυπτο». Μερικά λάθη (istira ήταν φόρος επί των σιτηρών και όχι αγορά), ολίγος Εβλιγιά Τσελεμπή, σύγχυση τριών διαφορετικών αγορών (σιτάρι, αποικιακά, λάδι) και βγήκε το κουρκούτι. Και ακολουθεί ο κεραυνός: «Η περιοχή αυτή αποτελεί τον τελευταίο και μοναδικό πυρήνα που διασώζεται στη Θεσσαλονίκη». Πώς; Είναι δυνατόν να μη γνώριζε ο συντάκτης ότι το 1979 η Άνω Πόλη είχε χαρακτηριστεί «Παραδοσιακός Οικισμός» (ΦΕΚ 197 /2.4.1979); Αδύνατον. Μάλλον τον διέκοπταν συνεχώς όταν έγραφε το πόνημά του, και πώς να συγκεντρωθεί ο άνθρωπος.

Συνοψίζω: Η εντός των τειχών Θεσσαλονίκη, δηλαδή το παλαιό τμήμα της πόλης, διαθέτει δύο ιστορικούς τόπους, έναν παραδοσιακό οικισμό και ένα τμήμα που δεν έχει κηρυχθεί ιστορικό «κάτι», αλλά περιλαμβάνει το Γαλεριανό Συγκρότημα, την Καμάρα και μερικές μεταβυζαντινές εκκλησίες.

Δεν υπάρχει «κέντρο» χωρίς νόμο και τάξη

Ελπίζω ότι θα υπάρχει κάποιος ειδικός που θα γνωρίζει σε τι χρησιμεύουν αυτές οι κηρύξεις και οι αποκηρύξεις. Διότι το πραγματικό ζήτημα είναι η ερήμωση του κέντρου, η οποία ξεκίνησε από το δεκαετία του 1980, και ακολούθως η κουρελοποίησή του, η οποία σημειώθηκε την τελευταία εικοσαετία.

Αντιγράφω από επιστολή της κυρίας Κ. Σ. που δημοσιεύθηκε σε ανάρτηση στη σελίδα «Σωματείο Φίλοι του Ιστορικού Κέντρου της Θεσσαλονίκης». Η σελίδα αυτή περιλαμβάνει πολλές υποδείξεις και διαμαρτυρίες από την καθημερινότητα του –υπό ευρεία έννοια κέντρου της πόλης.

Εκτός «ιστορικού κέντρου». Το τμήμα της Εγνατίας από την Υπαπαντή ως τη σημερινή Αγγελάκη, της οποίας δεν είχε ακόμη
ολοκληρωθεί η διάνοιξη, 1958. Η φωτογραφία από την εφημερίδα Μακεδονία.

«Το διατηρητέο [είναι] εγκαταλελειμμένο εδώ και πολλά χρόνια. Παρατημένο στη φθορά του χρόνου και στην ελπίδα των ιδιοκτητών του ότι αυτός θα δώσει την ποθητή λύση να μετατραπεί σε οικόπεδο φιλέτο στην καρδιά του ιστορικού κέντρου της Θεσσαλονίκης. Κολλητά στη δική μας επίσης διατηρητέα οικοδομή πέρασε από διάφορες φάσεις, δεν έχω ψάξει το απώτερο παρελθόν του, που σίγουρα θα είχε την ένδοξή του περίοδο, εγώ το γνώρισα το ’87 όταν ψάχναμε να αγοράσουμε στην περιοχή και ήταν κι αυτό μέσαστις επιλογές μας. Ένα διαμέρισμα, όχι όλη η οικοδομή .Καλά που δεν το πήραμε. Τότε κατοικούνταν κυρίως από φοιτητές και ηλικιωμένους. Τα επόμενα χρόνια άδειασε σιγά-σιγά γιατί παρουσίασε πολλά προβλήματα υγρασίας και διαφόρων βλαβών, μιας και οι πάμπολλοι ιδιοκτήτες και κληρονόμοι έδειχναν πλήρη αδιαφορία για επισκευές και συντήρηση. Κάποια στιγμή, αρχές ενενήντα, εγκαταστάθηκε εκεί μια ιδιωτική σχολή η οποία έμεινε μέχρι τις απαρχές της οικονομικής κρίσης, όταν και έκλεισε. Από το 2009 ή 2010 η οικοδομή μετατράπηκε σε κατάλυμα για αστέγους και “πρόσφυγες” από Βουλγαρία, κυρίως ρομά, οι οποίοι ζούσαν από το λαθρεμπόριο τσιγάρων και την επαιτεία. Ώσπου εκεί γύρω στο 2012, αν δεν κάνω λάθος, μετά από πολλές διαμαρτυρίες των περιοίκων και δύο εμπρησμούς, το διατηρητέο εκκενώθηκε και σφραγίστηκε η είσοδός του από τον Δήμο. Επειδή από παλιά έπεφταν σοβάδες και μετά από καταγγελίες περαστικών, η σχολή είχε φροντίσει να στήσει στην πρόσοψη του κτηρίου ένα μεγάλο υπόστεγο που καλυπτόταν με λαμαρίνες. Αφρόντιστο και ασυντήρητο όπως παρέμενε το κτήριο, συνέχιζε να αποσαθρώνεται, οι σοβάδες και κομμάτια της τοιχοποιίας συνέχισαν να αποκολλούνται και να πέφτουν πάνω στις λαμαρίνες. Από το παράθυρό μου βλέπω να έχει μαζευτεί αρκετό φερτό υλικό και είναι θέμα χρόνου πότε θα λυγίσει η σκεπή. Προχτές, όμως, περνώντας από κάτω, και καθώς ύψωσα το κεφάλι προς τη λαμαρινοσκεπή, είδα ότι αυτή είχε διαβρωθεί σε κάποια σημεία και από μια τρύπα ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου αιωρούνταν ένα κομμάτι λαμαρίνας, μαζί με ένα κομμάτι ύφασμα. Λαιμητόμος, σκέφτηκα. Έτσι και πέσει πάνω σου, την έβαψες. Κι έτσι έβγαλα αυτές τις φωτογραφίες. Θέλω να τις στείλω στην αρμόδια υπηρεσία. Αλλά ποια είναι αυτή; Όποιος ξέρει ας μου πει, παρακαλώ».

Αρμόδια είναι η υπηρεσία Φθοράς και Απελπισίας. Το κέντρο της πόλης έχει γεράσει και η σωτηρία δεν θα έρθει από τον νόμο της προσφοράς και της ζήτησης. Τα Airbnb ανεβάζουν τιμές, αλλά λειτουργούν ως ασπιρίνη. Δεκάδες πολυκατοικίες κοντεύουν να μεταταγούν στην κατηγορία κενών και υπό κατάρρευση κτιρίων. Αλλά και ως κοινωνία έχουμε γεράσει. Η κοινωνία γερνάει όταν ατονούν τα ποινικά της αντανακλαστικά. Η απόλυτη ατιμωρησία απέναντι στο έγκλημα της ηχητικής καταστροφής καθ’ όλη τη διάρκεια του 24ώρου, η νομιμοποίηση της αλητείας και η παντελής απουσία αστυνόμευσης του αστικού χώρου είναι πρόσθετοι λόγοι ερήμωσης του κέντρου. Οι «πυρήνες» της παρανομίας και οι «ενότητες» του λαθρεμπορίου είναι «άρρηκτα συνδεδεμένοι» με όλους τους ρυθμούς που παράγουν μεγάφωνα, παρανόμως τοποθετημένα έξω από καφεστιατόρια.

Όλα αυτά είναι σε κάποιο βαθμό αποτέλεσμα του μεγαλύτερου διοικητικού εγκλήματος που συνέβη στην Ελλάδα, της μεταβίβασης αρμοδιοτήτων σε φορείς που δεν ήταν ούτε και είναι σε θέση να υποκαταστήσουν το κράτος. Το χέρι του κράτους είναι η Αστυνομία. Αν η εικόνα που περιέγραψε η συμπαθής κυρία Κ.Σ. συνέβαινε στη δεκαετία του 1960, οι ιδιοκτήτες, ή έστω κάποιοι εξ αυτών, θα είχαν συλληφθεί πολύ πριν φτάσει η κατάσταση σε βαθμό επικινδυνότητας και θα έσπευδαν να κάνουν εργασίες συντήρησης. Μα με την αστυνομία θα λυθούν τα προβλήματα; θα μου πείτε. Είναι αδύνατον να λυθούν χωρίς αυτήν, θα σας απαντήσω. Η διάσπαση των αστυνομικών αρμοδιοτήτων μεταξύ της κατ’ ουσίαν ανύπαρκτης δημοτικής αστυνομίας και της άφαντης στους δρόμους ΕΛ.ΑΣ. έχει δημιουργήσει ένα καθεστώς ατιμωρησίας κατάλληλο για να ανθίσουν όλα τα μειονεκτήματα της φυλής και των εκατοντάδων χιλιάδων φιλοξενουμένων της. Βοηθά, βέβαια, και η ποινική κατακρήμνιση, που εγγυάται ατιμωρησία. Αλλά ενώ σε ολόκληρο τον κόσμο εκδηλώνονται διαμαρτυρίες για την εντατικοποίηση της αστυνόμευσης μετά την «9/11», ακόμη και για βιαιότητες εκ μέρους αστυνομικών, ειδικά στη Θεσσαλονίκη (ως κάτοικος Αθηνών, σας διαβεβαιώνω ότι δεν συμβαίνει εκεί στον ίδιο βαθμό) μπορείς να ζήσεις μήνες και να μη δεις τι χρώμα είναι η στολή της αστυνομίας.

Στην κατεύθυνση αυτή έχει συμβάλει η αντεργατική αντίληψη ότι «η αστυνομία βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των ενόπλων σωμάτων που θα υπερασπιστούν τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης». Όμως η κυρίαρχη τάξη κατοικεί στα προάστιά της, έχει ασφαλείς κατοικίες και συνθήκες ζωής. υποχρεωμένος να κατοικεί, να κινείται και να εργάζεται στο «ιστορικό κέντρο» είναι ο βιοποριζόμενος. Τη δική του ασφάλεια και τα δικά του συμφέροντα υπερασπίζεται πρώτα απ’ όλα η αστυνόμευση. Τα συμφέροντα της ιδιοκτήτριας του παλαιού διαμερίσματος δίπλα στο καταρρέον κτίριο προστατεύει η εφαρμογή του νόμου.

Συμπέρασμα: Ο τόπος που μας καλούσε η Petula Clark δεν υπάρχει πλέον. you can always go downtown, αλλά καλύτερα να το αποφύγεις.