Ένα καλά φυλαγμένο άρωμα

Η Πολιτιστική Εταιρεία στηρίζει το περιοδικό «Εντευκτήριο», ένα από τα ποιοτικότερα λογοτεχνικά περιοδικά της χώρας.

ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΑΡΘΡΑ

Ένα καλά φυλαγμένο άρωμα

του Ηρακλή Παπαϊωάννου 

Σε μια πυκνοδομημένη περιοχή του κέντρου στην οδό Αγίου Δημητρίου ένας περίκλειστος, χαμηλής δόμησης χώρος ανοίγει ξαφνικά ένα παράθυρο σε μια άλλη εποχή: πρόκειται για την Παλιά Λαχαναγορά της πόλης, που λειτούργησε εκεί από το 1935 μέχρι την ίδρυση της νέας το 1975 στην έξοδο προς Αθήνα. Κομβικό σημείο για τη μετεγκατάσταση υπήρξε η αύξηση των αυτοκινήτων και της κίνησης, σε συνδυασμό με τον αριθμό φορτηγών που μαζεύονταν στην περιοχή, καθώς τα ζωήλατα οχήματα σταδιακά καταργήθηκαν. Στα σαράντα αυτά χρόνια, στα οποία η πόλη γνώρισε μεγάλες εξελίξεις και τραυματικές αλλαγές, η Παλιά Λαχαναγορά αποτέλεσε τον πνεύμονα που έδινε οξυγόνο στις αγορές, τα μανάβικα και τους πλανόδιους μικροπωλητές, καλύπτοντας τις περισσότερες ανάγκες σε νωπά λαχανικά και φρούτα.

Πιο συγκεκριμένα, με τον διαγωνισμό που προκηρύχθηκε το 1933 προέκυψε η αγορά 55 καταστημάτων, μικρών σε εμβαδό, από επίδοξους επαγγελματίες και εμπόρους. Το συγκρότημα έφερε τέσσερις εισόδους, μία σε κάθε πλευρά του ορθογώνιου σχήματός του, που κάλυπτε ένα οικοδομικό, ελαφρά ανωφερές τετράγωνο. Τα προϊόντα μεταφέρονταν στην Παλιά Λαχαναγορά από διάφορα μέρη της Μακεδονίας, στην αρχή συχνά με κάρα και καΐκια, τα οποία έδεναν στη λεωφόρο Νίκης. Πλάθει κανείς αυθόρμητα την εικόνα με τους αγωγιάτες και τους φορτοεκφορτωτές, τους ζυγιστές και τους χονδρέμπορους να συναλλάσσονται με νεύρο από τα χαράματα μέχρι αργά, χάρη στο ελεύθερο τότε ωράριο. Σήμερα ο χώρος στέκει έρημος, σαν ένα μικρό κάστρο που έχει αλωθεί. Στο εσωτερικό του λειτουργούν δυο μαγαζιά, με άλλο αντικείμενο: ένα συνεργείο αυτοκινήτων κι ένα πλυντήριο αυτοκινήτων. Στην εξωτερική περίμετρο επιβιώνει ένα ανθοπωλείο κι ένα γραφείο αδειών και μετοχών αυτοκινητιστών. Η μεγάλη εσωτερική αυλή, που κάποτε παλλόταν από θόρυβο, χειρωνακτική εργασία, φωνές και πειράγματα, χάσκει βουβή και χρησιμοποιείται ως πάρκινγκ από απογόνους των ιδιοκτητών ή περιοίκους. Τριγύρω πολυκατοικίες ζώνουν το συγκρότημα, προδιαγράφοντας μια πιθανή εκδοχή του εγγύς μέλλοντος. Η πιθανή ανάπλαση του χώρου, που κηρύχτηκε διατηρητέος το 2016 μαζί με συγκροτήματα όπως η Στοά Σαούλ, το Μπιτ Μπαζάρ και η αγορά του Αγίου Μηνά, εμποδίζεται σε ένα βαθμό από το πολυϊδιοκτησιακό καθεστώς. Δεν θα μπορούσε εκεί, ίσως, να στεγαστεί μια πρότυπη βιολογική αγορά μ’ έναν όμορφο κήπο;

Οι φωτογραφίες της Ευδοξίας Ράδη επιχειρούν μια διακριτική ακτινογράφηση στο σώμα του χρόνου, ενεστώτα και αόριστου. Το συνεργείο προβάλλει σαν αυτοτελής μικρόκοσμος, ένα άναρχο σύμπαν από εργαλεία και ανταλλακτικά στο οποίο καταδύεται κανείς για να επιμεληθεί τη συντήρηση, σε ένα ευρύτερο περιβάλλον το οποίο προδίδει εμφατικά την απουσία της. Στους εσωτερικούς τοίχους των καταστημάτων, που γυμνώνονται προοδευτικά από σοβάδες, αφηρημένα σχέδια αναδύονται. Τα σωρευμένα κλαδιά κάτω από τη μικρή ξύλινη σκάλα που ελίσσεται ακόμη γοητευτικά γεννούν μια απρόσμενη νεκρή φύση, πρόχειρα φωλιασμένη όσο και ευάλωτη. Το εσωτερικό του ευρύχωρου καταστήματος από την εξωτερική περίμετρο, άλλοτε αφοσιωμένου στο πλύσιμο και το σχολαστικό σιδέρωμα ρούχων, μοιάζει παραδομένο στον υμένα σκόνης που κάθεται αργά στα πράγματα, σαν μια αθόρυβη δύναμη αδράνειας που θαμπώνει αθόρυβα τον χρόνο. Η πρόσοψη των καταστημάτων δίπλα στην κεντρική πύλη με τα σκουριασμένα κεπέγκια και τα σπασμένα τζάμια ανακαλεί, χωρίς τα αυτοκίνητα, σκηνικό από τον Θίασο του Αγγελόπουλου. Πόσο επιδέξια, άραγε, μπορεί η μυθοπλασία να σκηνογραφήσει την παλαιότητα; Σβήνει καλύτερα η ιστορία και η αρχιτεκτονική που την ενσαρκώνει όταν η διαδικασία αφήνεται στις τυχαίες διεργασίες του χρόνου και του καιρού;

Ανάμεσα στην εξιδανίκευση και την αδιαφορία μοιάζει να κυλά πολύ νερό, και μαζί ένα κομμάτι από το θαμμένο DNA της πόλης. Όταν άνοιξε η Παλιά Λαχαναγορά, η Θεσσαλονίκη είχε ανασάνει βαθιά από τον πρώτο μεγάλο πόλεμο, την πυρκαγιά, την τρικυμία της ανταλλαγής πληθυσμών.

Διασώζοντας ακόμη μερικώς τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της, ατένιζε με αισιοδοξία το μέλλον, σχεδίαζε σύγχρονες υποδομές για μια εποχή χειρωνακτικού ακόμη μόχθου, χωρίς να προοιωνίζεται την επόμενη μεγάλη μπόρα. Σήμερα η αγορά προφυλάσσεται με γραφειοκρατικά δεσμά τα οποία, σε ένα προφανές παράδοξο, επιβάλλουν μια διατήρηση την οποία δεν μπορούν να εγγυηθούν. Αν η πυρκαγιά κατέστρεψε μεγάλο μέρος του κτηριακού αποθέματος της Θεσσαλονίκης στο ιστορικό κέντρο, η πόλη έσβησε μόνη της τη μεσοπολεμική εκλεκτική αρχιτεκτονική της για να οικοδομήσει με σπουδή νέα λαβυρινθώδη τείχη, απρόσωπα και βλοσυρά, με τη μορφή της εργολαβικής πολυκατοικίας. Και την παλιά αγορά «ανεπαισθήτως έκλεισαν από τον κόσμο έξω», χωρίς να ακουστεί «κρότος κτιστών ή ήχος».* Υπάρχει, άραγε, ακόμη περιθώριο, την εποχή που όλα μοιάζουν να κυλούν σ’ έναν αγέρωχο ενεστώτα διαρκείας, να μυρίσει κανείς μέσα στον παλαιωμένο σκελετό, πίσω από τις λερωμένες ώχρες, το καλά φυλαγμένο άρωμα του Μεσοπολέμου;