ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΑΡΘΡΑ
Τα αρχοντόσπιτα της Σιάτιστας
του Γιάννη Α. Μούρτου

Η ίδρυση και κυρίως η οικονομική, πολιτιστική και αρχιτεκτονική ακμή της Σιάτιστας κατά την οθωμανική περίοδο δεν αποτελεί κάποιο ξεχωριστό φαινόμενο, αλλά μία από πολλές παράλληλες ιστορίες τόπων με κοινά χαρακτηριστικά. Τα εντυπωσιακά ορεινά κέντρα του Πηλίου, του Ζαγορίου, των Αμπελακίων, του Μελένικου, της Σιάτιστας κ.ά. αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα μιας ευρύτερης ανάπτυξης και αναζωογόνησης του ελλαδικού και βαλκανικού χώρου και όχι μεμονωμένα παραδείγματα αλλοτινής αίγλης ασύνδετα μεταξύ τους.
Η περίπτωση της Σιάτιστας διαφέρει σημαντικά καθώς, εκτός από την ασφάλεια του δύσβατου και της απομόνωσης που προσέφερε η φυσικά οχυρή θέση του ορεινού όγκου όπου αναπτύχθηκε ο πρώτος οικισμός, δεν υπήρχαν άλλοι ουσιαστικοί παράγοντες, ευνοϊκοί για την ανάπτυξή της ως ακμάζοντος κέντρου (π.χ. καλλιεργήσιμη γη, εύκολη πρόσβαση και επικοινωνία, μικρή απόσταση από μοναστήρια ή οικονομικά αστικά κέντρα, παραχωρημένα προνόμια από την οθωμανική διοίκηση, βακούφια κ.ά.). Παρόλα αυτά, ο συνοικισμός εξελίχθηκε τελικά σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα διαμετακομιστικού εμπορίου της δυτικής Μακεδονίας. Συσσώρευσε δε τόσο πλούτο και χρήμα, ώστε την περίοδο της μέγιστης ακμής της (18ος αι.) η πόλη, σύμφωνα με την παράδοση, ήταν ευρύτερα γνωστή με το προσωνύμιο Φλωροχώρι (ή Φλουροχώρι) εξαιτίας των αμέτρητων φλουριών.
Πειστήρια αυτής της ακμής είναι τα τριάντα περίπου σωζόμενα αρχοντικά, τα οποία αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα της «κλασικής» αρχιτεκτονικής των κατοικιών της Σιάτιστας, η οποία βρίσκεται την εποχή αυτή (μεταξύ 1700 και 1850) στην καλύτερη στιγμή της. Η ωριμότητα, η δύναμη και η πληρότητα των μορφών των κατασκευών αυτών είναι έκδηλη, καθώς αποτελούν ολοκληρωμένες συνθέσεις και λύσεις με πλήρη ανάπτυξη του κτιριολογικού και διακοσμητικού λεξιλογίου των αστικών προτύπων, συνοδευόμενες από τον απαραίτητο εξοπλισμό και επιτυγχάνοντας ταυτόχρονα άριστο συνδυασμό κατοίκησης, οικοτεχνίας, προβολής και άμυνας.

Η οργάνωση των πολυώροφων αυτών κατοικιών, σε επίπεδο κάτοψης, παρότι μοιάζει κοινή στα περισσότερα αστικά και ημιαστικά ορεινά κέντρα, εντούτοις διαφέρει σημαντικά και ιδιαιτέρως στην περίπτωση της Σιάτιστας. Όπως προκύπτει από τη μελέτη των αρχοντικών της που είναι κατασκευασμένα την εικοσαετία μεταξύ 1740-1760, για πρώτη φορά στον ευρύτερο ελλαδικό χώρο εμφανίζεται στη Σιάτιστα ο τύπος της κάτοψης (του δευτέρου ορόφου) που διαμορφώνεται από κεντρική διαμπερή σάλα με σκάλα και εκατέρωθεν δωμάτια (οντάδες). Ο τύπος αυτός, αν και αρκετά ελεύθερος, χωρίς έντονες συμμετρίες στα πρώτα παραδείγματα, σύντομα θα μεταφερθεί στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλες επαρχιακές πρωτεύουσες της αυτοκρατορίας και θα αποκτήσει έντονα δυτικά ακαδημαϊκά στοιχεία. Στον υπόλοιπο ελλαδικό χώρο, οι συγγενείς προς τον τύπο αυτό κατόψεις θα εμφανιστούν κατά τον ύστερο 19ο αι. ή και αρκετά αργότερα, όπως παραδείγματος χάριν στα αιγυπτιώτικα σπίτια του Πηλίου, με επιδράσεις απευθείας από τη Δύση και όχι πλέον από την Κωνσταντινούπολη.
Οι αιτίες της πρόδρομης εμφάνισης του παραπάνω τύπου στη Σιάτιστα θα πρέπει να αναζητηθούν στις επιρροές που δέχτηκαν και μετέφεραν οι σιατιστινοί μετανάστες και έμποροι από τις κατοικίες και τα παλάτια των μεγάλων κεντροευρωπαϊκών πόλεων. Ειδικότερα, θα πρέπει να αναζητηθούν στην αστική αρχιτεκτονική της Βενετίας και των μεγάλων πόλεων της Αυστροουγγαρίας, περιοχές όπου διατηρούσαν την έδρα τους οι περισσότεροι μεγάλοι εμπορικοί οίκοι της Σιάτιστας και όπου
σπούδασαν γενιές καταξιωμένων Σιατιστινών.
Αποτελώντας το κύριο και βασικότερο μέσο κοινωνικής προβολής της ευημερούσας και ακμάζουσας «αστικής» κοινωνίας της Σιάτιστας και των απόδημων εμπόρων, και στο πλαίσιο ενός άτυπου συναγωνισμού, τα αρχοντόσπιτα διακοσμούνταν επιμελώς ως μέσο επίδειξης δύναμης και πλούτου. Στις εξωτερικές όψεις ο διάκοσμος περιοριζόταν συνήθως στις κτιτορικές επιγραφές και σε τμήματα των αρχιτεκτονικών προεξοχών του ορόφου (σαχνισιά), συμπληρώνοντας αρμονικά τους πολύχρωμους υαλόφρακτους φεγγίτες. Αντίθετα, στο εσωτερικό η διακόσμηση εκτεινόταν σε όλες σχεδόν τις επιφάνειες των δύο ανώτερων ορόφων. Ξυλόγλυπτος και ζωγραφικός διάκοσμος αλληλοσυμπληρώνονταν, πλουτίζοντας τον κάθε χώρο ανάλογα με την ιδιαίτερη σημασία του. Τα πιο προσφιλή μέρη της κατοικίας τα οποία διακοσμούνταν εξολοκλήρου ήταν οι «καλοί» οντάδες. Οροφές, κάθετοι τοίχοι, μεσάντρες (χωνευτές ντουλάπες), μιντέρια (χτιστά καθίσματα), παραστάδες, κουφώματα, τζάκια, υαλοστάσια-φεγγίτες, κάγκελα κ.λπ., όπως και κάθε αρχιτεκτονικό στοιχείο, διακοσμούνταν και στολίζονταν με ένα πλούσιο θεματολόγιο που ποίκιλλε από εποχή σε εποχή.
Πέρα από τα ισλαμικά και όψιμα δυτικά (μπαρόκ και ροκοκό) φυτικά μοτίβα που χρησιμοποιούνταν κατά κόρον, ιδιαίτερα αγαπητό θέμα στα σιατιστινά αρχοντικά, όπου και διατηρούνται κάποια από τα καλύτερα παραδείγματα, ήταν οι απεικονίσεις πόλεων, όπως της Κωνσταντινούπολης, της Φρανκφούρτης και άλλων πόλεων της κεντρικής Ευρώπης. Επιπλέον, προτιμούνταν φυσικά τοπία, θέματα της ελληνικής μυθολογίας, απεικονίσεις μοναστηριών αλλά και αρχαίων μνημείων, καθώς και προσωπογραφίες, οι οποίες εκτός από διακοσμητική διάθεση είχαν και έντονο διδακτικό χαρακτήρα. Ιδιαίτερα περίτεχνα ήταν τα τζάκια, συνήθως πτυχωτά, που διαμορφώνονταν με κόγχες, ανάγλυφα ανθοδοχεία, φρουτιέρες, γιρλάντες και στεφάνια, διακόσμηση που τα καθιστούσε κεντρικό στοιχείο των καλών οντάδων.

Ωστόσο, τα πλέον εντυπωσιακά αρχιτεκτονικά στοιχεία που διαφοροποιούν τα σιατιστινά αρχοντικά από τα αντίστοιχα της Καστοριάς, της Βέροιας, των Αμπελακίων κ.ά. είναι οι πολύχρωμοι υαλόφρακτοι φεγγίτες που βρίσκονται αξονικά τοποθετημένοι πάνω από τα ανοίγματα του δευτέρου ορόφου. Από τα περιορισμένα παραδείγματα που διατηρούνται σήμερα στον ελλαδικό χώρο οι φεγγίτες των κατοικιών της Σιάτιστας ξεχωρίζουν για τα διακοσμητικά στοιχεία και τα χαρακτά τους σχέδια, τα οποία τους καθιστούν μεγαλοπρεπείς και σχεδόν μοναδικούς. Κατασκευασμένοι με την τεχνική του βιτρό και με καταγωγή από το Βυζάντιο, οι φεγγίτες κοσμούνται με σχηματοποιημένες παραστάσεις, όπως δικέφαλους αετούς, έφιππους αγίους, λαϊκά ή θρησκευτικά σύμβολα, σχηματοποιημένα δέντρα (κυρίως κυπαρίσσια) κ.ά., ενώ κάποιοι από τους έγχρωμους μικρούς υαλοπίνακες φέρουν χαρακτά, ζωγραφικά σχέδια.
Ο μεγάλος αρχιτεκτονικός πλούτος της Σιάτιστας, με τις ιδιαιτερότητες που εμφανίζει, δεν περιορίζεται μονάχα στα μεγάλα αρχοντικά, αλλά εκτείνεται και στα μικρότερα νοικοκυρόσπιτα, και τις λαϊκές-αγροτικές κατοικίες, αμφότερα εξίσου σημαντικά. Την εικόνα τής χωρισμένης σε δύο σχεδόν ανεξάρτητους συνοικισμούς πόλης (Χώρα και Γεράνεια) συμπλήρωναν πλήθος καταστημάτων και αποθηκών, αρκετές εκκλησίες και εξωκλήσια, το μητροπολιτικό μέγαρο, το κτίριο της Δημογεροντίας, σχολεία, πλατείες, κρήνες κ.ά. Έντονη εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι, σε πολεοδομικό επίπεδο, ήδη από τον 18ο αιώνα η Σιάτιστα διέθετε σχεδόν πλήρες δίκτυο ύδρευσης και αποχέτευσης και επιμελημένα λιθόστρωτα μονοπάτια και δρόμους. Το σύνολο σχεδόν των κοινωφελών έργων που κατασκευάστηκαν στην πόλη χρηματοδοτήθηκαν από σημαντικούς ευεργέτες, παράδοση που συνεχίζεται ανελλιπώς μέχρι τις μέρες μας.
Αντί επιλόγου παρατίθεται η χαρακτηριστική περιγραφή του γνωστού Γάλλου περιηγητή F.C.H.L.
Pouqueville, ο οποίος επισκέφτηκε την πόλη το 1806: «Με μεγάλη μου έκπληξη είδα, καθώς διασχίζαμε τη στολισμένη με ωραία μαγαζιά αγορά, ότι υπήρχαν καλοχτισμένα σπίτια, κι ότι είχα την ευτυχία να απολαμβάνω το θέαμα μιας γνήσια ελληνικής πόλης, με μιαν όψη άνεσης και καθαριότητας που δεν συναντάς πουθενά αλλού στην Τουρκία…».

