ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΑΡΘΡΑ
Βλέποντας την πόλη μ’ένα θετικό πρόσημο
του Αλέξανδρου Καπετάνου

Θα μπορούσατε μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες, της παγκόσμιας υγειονομικής κρίσης, των αλλεπάλληλων εγκλεισμών και των προσωπικών σας προβλημάτων, να αισθανθείτε τη γραμμή του χαμόγελού σας να σπάει αμυδρά και να αποκτά ενίοτε μια κύρτωση, μια καμπύλη, που να εκφράζει θετικά συναισθήματα; Μπορεί και ναι, πού ξέρετε…
Αυτό σκέφτηκα κι εγώ, και αποφάσισα να αφήσω για λίγο την γκρίζα και τυπική καθημερινότητα, τους ατέρμονους κύκλους γύρω απ’ τον εαυτό μου και το τσιμεντένιο κουτί, μέσα στο οποίο κατοικώ, στο Φάληρο Θεσσαλονίκης, και ελεύθερος πια από τα μηνύματα «τύπου 6» να βγω και να δω την πόλη μ’ ένα θετικό πρόσημο.
Ξεκίνησα τη διαδρομή μου και πορεύτηκα αισιόδοξος, απολαμβάνοντας τον ήλιο, τη ζέστη, αλλά και τη σκιά που εγκλωβίζεται στον αστικό ιστό, όπως επίσης και τα ελάχιστα πάρκα που βρέθηκαν στο διάβα μου. Στην οριζόντια διαδρομή μου χαιρέτησα νοερά τα κτήρια που ξεπρόβαλλαν εκατέρωθεν, δεξιά και αριστερά μου, ανάμεσά τους το –μέχρι προσφάτως ταλαιπωρημένο από βανδαλισμούς– Γαλλικό ινστιτούτο, τον αφημένο λευκό Πύργο και την πυργοειδή Παιδαγωγική Σχολή, που θα έλεγε κανείς ότι μοιάζει με μια σύγχρονη και «ορθή» εκδοχή του Πύργου της Πίζας! ανάμεσα στα κτήρια, βέβαια, χαιρέτησα και τα ταχέως κινούμενα αυτοκίνητα, ελπίζοντας έστω ένα να ανταπέδωσε τον χαιρετισμό.
Καθώς έμπαινα στις γειτονιές του ιστορικού κέντρου της Θεσσαλονίκης και όπως βρισκόμουν επί της διασταύρωσης των οδών Τσιμισκή και Παύλου Μελά, γρήγορα παρατήρησα τον εξέχοντα ρόλο που διαδραματίζει για την ευρύτερη περιοχή και την πόλη η παρουσία μιας εκκλησίας στο βάθος της οδού Παύλου Μελά, η Αγία Σοφία Θεσσαλονίκης. η εκκλησία αυτή, εκτός του ότι αποτελεί Μνημείο Παγκόσμιας κληρονομιάς, αρχιτεκτονικό και θρησκευτικό δημιούργημα του 7ου/8ου αιώνα μ.Χ., διακρίνεται για τη σπουδαιότητα που διαδραματίζει στην κοινωνία, τον πολιτισμό και τη ζωή της Θεσσαλονίκης.
Πραγματοποιώντας τη διαδρομή περιμετρικά του μνημείου, παρατήρησα τις όψεις του. οι κλίσεις, οι αναλογίες και η τετράγωνη εικόνα κατασκευής του κέντρισαν άμεσα το ενδιαφέρον μου. Ωστόσο, το ενδιαφέρον μου κινητοποιήθηκε και από τη ρυμοτομία της ευρύτερης περιοχής, όπως διαμορφώνεται πέριξ αυτού. Όπως αντιλήφθηκα, το μνημείο βρίσκεται σε μια ιδιόρρυθμη σχέση με τους παρακείμενους δρόμους, καθώς αφενός από αυτούς καθίσταται αντιληπτή η ύπαρξη και η αίσθηση κυριαρχίας του μνημείου στη περιοχή, αφετέρου, όμως, δίνεται η αίσθηση ότι κρύβεται –ή έστω προσπαθεί να κρυφτεί– από τους κεντρικούς άξονες της πόλης, με αποτέλεσμα να μας στερεί τόσο μια συνολική του εικόνα, όσο και μια εικόνα του από πλάγια όψη.
Επιθυμώντας μια περαιτέρω σκιαγράφηση της ίδιας της εκκλησίας και της θέσης της, συνέκρινα αρχικά τις δυο όψεις του ναού, αυτήν της εισόδου και την εξωτερική όψη του ιερού. η αντίφαση μεταξύ της απλής, τετράγωνης και αυστηρής μορφής της εισόδου και της πολύπλευρης και πιο πλούσιας–αρχιτεκτονικά– πίσω όψης του ήταν παραπάνω από έκδηλη. η αντίθεση αυτή κατέστη εντονότερη όταν παρατήρησα μια δυσαναλογία σχετικά με τη ρυμοτομία της περιοχής που αναπτύσσεται γύρω από την εκκλησία, και τη δυνατότητα θέασης της τελευταίας από τον πεζό. από την πλευρά της εισόδου η ύπαρξη της πλατείας, του περίβολου και του συνεπακόλουθού τους «αέρα» δίνουν την ευκαιρία για λεπτομερή διερεύνηση του ναού, ενώ στην πίσω όψη του απουσιάζει ο χώρος και η προοπτική για περαιτέρω παρατήρηση.
Η περιπλάνησή μου εστίασε στην πίσω όψη του μνημείου, σ’ αυτήν την πλούσια όψη που είναι αδικημένη όχι λόγω της αρχιτεκτονικής δομής της, αλλά λόγω της παγίδευσής της σε στενά οικοδομικά πλαίσια. η ματιά μου δεν εστίασε στα αναμενόμενα τουριστικά σημεία της περιοχής και τις συνεπακόλουθες φωτογραφίες, τύπου selfieή καρτ-ποστάλ, αλλά στη διαμορφούμενη γειτονιά, πίσω από την εκκλησία, και πιο συγκεκριμένα στη ζωγραφική απεικόνιση της τζαμαρίας μιας επιχείρησης, στην οποία αποτυπωνόταν η αντανάκλαση του μνημείου από κοινού με τις ζωγραφιές της βιτρίνας και μέρος του εσωτερικού της χώρου. Η ζωγραφιά πάνω στην τζαμαρία της επιχείρησης, έχοντας συγκεκριμένο περιεχόμενο, στόχευση, με τρόπο άμεσο, απλό και χιουμοριστικά εικαστικό, διαφήμιζε την καμπάνια της επιχείρησης.

Αποφάσισα να αιχμαλωτίσω φωτογραφικά τα στοιχεία του βάθους και της προοπτικής που πρόσφερε τυχαία ο αντικατοπτρισμός της τζαμαρίας, δίνοντας μια ευχάριστη ανάσα στην πίσω όψη της εκκλησίας και της γειτονιάς. η φωτογραφική αποτύπωση πάντρευε το βυζαντινό μνημείο, το εκλεκτικιστικό διατηρητέο της γειτονιάς και τη βιτρίνα του σύγχρονου κτηρίου, οδηγώντας σε ένα ιστορικό, κοινωνικό και πολιτισμικό πάντρεμα διαφορετικών εποχών και ερεθισμάτων. Μια απλή και στριμωγμένη γειτονιά στην πίσω όψη της εκκλησίας της Αγίας Σοφίας απέδειξε ότι είναι ακόμα εκεί
και μαρτυρά σε καθέναν που θα ενδιαφερθεί και θα σταθεί να την παρατηρήσει πληθώρα από ερεθίσματα που απλώνονται σ’ όλη την πόλη. ενθυμούμενος αυτά, αποφάσισα να αφήσω πίσω μου τη γειτονιά της Αγίας Σοφίας που με είχε συνεπάρει και να συνεχίσω αποφασιστικά τη διαδρομή μου.
Όσο προχωρούσα, άφηνα πίσω μου τις εικόνες αυτές, και αισθανόμενος την κόπωση του περπατήματος –που το είχα όντως ξεσυνηθίσει–, άρχισα να παρατηρώ περισσότερο την εναλλαγή μεταξύ διατηρητέων και σύγχρονων κτηρίων στο μήκος της οδού Τσιμισκή. Η ισορροπημένη σύγκρουση ανάμεσα στις σύγχρονες πεζοδρομήσεις της Αγίας Σοφίας με τις αντίστοιχες παραδοσιακές των λαδάδικων οδήγησε το βλέμμα μου σε ένα τρίτο στοιχείο, στην κυριαρχία, δηλαδή, του τσιμέντου και του σκυροδέματος στα κτήρια, ιδιαίτερα στην περιοχή της Δωδεκανήσου. η ανάγκη μου, όμως, να απελευθερωθεί το μυαλό και η ψυχή μου από το συσσωρευμένο μπετόν με οδήγησε εκτός της περιοχής του στενού πυρήνα του ιστορικού κέντρου.
Βρέθηκα σιγά σιγά σε μια άλλη γειτονιά, όπου κυριαρχούσε και πάλι το πράσινο του πάρκου. Στο νέο σκηνικό κυριαρχούσε η κεντρική λεωφόρος, με το τοπίο να μοιάζει βγαλμένο σαν από πίνακα ζωγραφικής του Γαλάζιου καβαλάρη του Καντίσκι. Σκέφτηκα ελεύθερα και άφησα τον εαυτό μου να ονειρευτεί ότι βρισκόμουν σε μια εντελώς διαφορετική γειτονιά. Σα να βρισκόμουν στο εξωτερικό. κάπου όπου συνυπήρχαν τα αρχοντικά με τους ουρανοξύστες, οι περαστικοί με τα μεγάλα πάρκα και οι πάροδοι με την κεντρική λεωφόρο όπου βρισκόμουν και που ξαφνικά μεταμορφώθηκε στην Πέμπτη λεωφόρο! Η φαντασμαγορική αυτή εικόνα συμπληρώθηκε από ένα μεγάλο και εντυπωσιακό σπειροειδές κτήριο όπου κυριαρχούσε το λευκό, το φως, η λάμψη, η υψηλή αισθητική του και η αεικίνητη παρουσία του κόσμου, μέσα και πέριξ αυτού. Ήταν το Guggenheim Museum της νέας Υόρκης! Πόσο μοναδική εμπειρία να ζει κανείς σε ένα τέτοιο μέρος, αναρωτήθηκα… και το βλέμμα μου απορροφήθηκε στο κτήριο του μουσείου, όπου ακούγονταν μελωδίες και ο κόσμος έμπαινε μέσα σ’ αυτό, ντυμένος με τα καλά του, γελώντας, έχοντας ορισμένοι από αυτούς κοντά τα παιδιά τους.
Η εικόνα της εισόδου του μουσείου πάγωσε. Ένα αυτοκίνητο εμφανίστηκε κορνάροντας σε ένα άλλο, που πρόλαβε και κρύφτηκε μέσα στο ανήλιαγο και γεμάτο υγρασία parking, το οποίο αιφνιδιαστικά πήρε τη θέση του μουσείου. Η αφύπνιση επήλθε!
η γειτονιά που παρατηρούσα δεν ήταν αυτή του Guggenheim Museum, την οποία μάλλον αντανακλαστικά επέλεξα να δημιουργήσω αντί της άμεσης, αληθινής και σκληρής, μα καθόλου ζαχαρένιας αναπαράστασης που ξεφύτρωνε όντως μπροστά μου. Το κτήριο του μουσείου είχε μεταμορφωθεί σε έναν τσιμεντένιο ογκόλιθο, το CentralPark στο εγκαταλελειμμένο ανώνυμο πάρκο της περιοχής των Δικαστηρίων, η Πέμπτη λεωφόρος στη λεωφόρο Πολυτεχνείου, και κάθε αίσθηση μαγείας είχε ολότελα χαθεί.
Γυρνώντας από την ίδια διαδρομή στο σπίτι, αυτή τη φορά χωρίς καν να βλέπω την πόλη, παρά μόνο να την κοιτάζω, αναλογίστηκα: «κατάφερα, άραγε, να παρατηρήσω κάτι, εκτός από το ουτοπικό περιβάλλον στο οποίο με μετέφερε η ανάγκη μου να ξεφύγω από το συσσωρευμένο και “ερειπωμένο” μπετόν;»
κι όμως! και νομίζω ότι ο καθένας από μας μπορεί να ζήσει όσα έζησα σ’αυτό το ταξίδι.
Αρκεί να έχει τα μάτια του ανοιχτά, τη φαντασία του ζωηρή και τα όνειρά του ζωντανά για να μπορέσει να τα δει…

