Βλέποντας ένα κτίριο

Η Πολιτιστική Εταιρεία στηρίζει το περιοδικό «Εντευκτήριο», ένα από τα ποιοτικότερα λογοτεχνικά περιοδικά της χώρας.

ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΑΡΘΡΑ

Βλέποντας ένα κτίριο

του Γιώργου Σκαμπαρδώνη  

Καθόμασταν, δυο μέρες πριν την απαγόρευση της κυκλοφορίας, στο μπαρ «EDEN», Κομνηνών και Καλαποθάκη γωνία. Βραδάκι και πίναμε βότκες – η συζήτηση ήρθε στο παλιό ωραιότατο κτίριο απέναντι, επί της Κομνηνών, δίπλα απ’ το ξενοδοχείο «Λουξεμβούργο», όπου σήμερα στεγάζεται το Σερβικό Προξενείο. Η τερπνότητα της ώρας και της αίσθησης δεν επέτρεπε να φανταστούμε τι θα ακολουθούσε λίγες μέρες μετά, με τον κορωνοϊό. Μήπως μπορεί κανείς να πιστέψει πως ογδόντα χρόνια πριν, επί Κατοχής, αυτό το κτίριο που βλέπαμε εκεί, απέναντι, ήταν το κέντρο της βουλγαρικής προπαγάνδας, ότι εκεί στεγαζόταν η Βουλγαρική Λέσχη κατά παραχώρηση του γερμανικού στρατού; Ότι εκεί έσπευδαν οι λεγόμενοι «Βουλγαρογραμμένοι» Έλληνες, δηλαδή οι συνεργάτες και χαφιέδες των Βουλγάρων, για να πάρουνε ειδικές ταυτότητες και δελτία σίτισης, όταν γύρω τους άλλοι Έλληνες πέθαιναν απ’ την πείνα;

Ξανάψαξα το θέμα στο σπίτι: με την είσοδο των Γερμανοβουλγάρων, η Μακεδονία και η Θράκη μοιράστηκαν – ευτυχώς η κυριαρχία των Βουλγάρων περιορίστηκε απ’ τον Στρυμόνα ως την Αλεξανδρούπολη, εκτός μιας μικρής λωρίδας στον Έβρο, μέχρι τα τουρκικά σύνορα που κράτησαν οι Γερμανοί. Και η βουλγαρική κατοχή, όπου υπήρχε, ήταν τρισχειρότερη απ’ τη ναζιστική, γι’ αυτό και πολλοί πάσκιζαν να περάσουν τον Στρυμόνα για να ’ρθούνε δυτικά, στη γερμανική περιοχή, όπου ήταν συγκριτικώς πολύ καλύτερα – ζούσε ο κόσμος τότε αυτό το οδυνηρό παράδοξο. Κι αρκετοί σκοτώθηκαν από πυρά ή πνίγηκαν στα νερά του ποταμού προσπαθώντας να διαφύγουν κολυμπώντας προς τη Θεσσαλονίκη.

Μέρες του 1941. Υδροπλάνο προσθαλασσώνεται στην περιοχή του Βασιλικού Θεάτρου.

Άνοιξη του ’41, λοιπόν, και οι κατακτητές που έχουν μπει στην πόλη οργανώνουν αμέσως τις υπηρεσίες τους, κατάσχουν τα εμπορεύματα που βρίσκουν στις αποθήκες του λιμένος και ορίζουν την αντιστοιχία του μάρκου με 50 δραχμές, λεηλατώντας έτσι τον κόσμο και οδηγώντας σε λιμό, σε απόγνωση, σε θανάτους από πείνα. Το ελληνικό νόμισμα ξεφτιλίζεται διαρκώς τα επόμενα χρόνια της Κατοχής, μέχρι που η αξία του ξεπέφτει σε επίπεδο χαρτιού υγείας– μπορεί κανείς να δει ένα εισιτήριο του θεάτρου «Παλλάς» του 1944: τιμή, πενήντα εκατομμύρια δραχμές.

Οι Βούλγαροι, παρότι με περιορισμένη παρουσία στη Θεσσαλονίκη, απαιτούν απ’ τους Ναζί και παίρνουνε αυτό το κτίριο στην Καλαποθάκη ως βάση της προπαγάνδας τους– ήδη ξεκινούν και εκστρατεία για την ίδρυση Βουλγαρικού Κρατικού Θεάτρου στην πόλη, κάτι που ταράζει βαθιά τον καλλιτεχνικό κόσμο και τις παραπαίουσες ελληνικές αρχές.

Στο μεταξύ, απ΄το φθινόπωρο του ’40 και τον χειμώνα του ’41 προς ’42, ήταν κάπως δύσκολο να  μιλήσει κανείς για θέατρο. Όλοι οι ηθοποιοί, πριν τη γερμανική εισβολή, έχουν φύγει απ’ τη Θεσσαλονίκη κι έχουν κατεβεί στην Αθήνα, ψάχνοντας καλύτερη τύχη, ενώ τα γνωστότερα ονόματα επιστρατεύονται απ’ την ελληνική κυβέρνηση ήδη απ’ τον Οκτώβριο του ’40, ή δρουν αυτοβούλως για να τονώσουνε το εθνικό φρόνημα με παραστάσεις κι επιθεωρήσεις. Ο θίασος Αυλωνίτη παίζει το Κορόιδο Μουσολίνι, η Κοτοπούλη με τον Λογοθετίδη το Πόλεμος στα μετόπισθεν, η Κατερίνα τις Πολεμικές καντρίλιες, ενώ οι αδερφές Καλουτά με τη Βέμπο και τον Τραϊφόρο ανεβάζουν το Μπέλα Γκρέτσια.

Αλλά ο συνωστισμός των ηθοποιών στην Αθήνα φέρνει ανεργία στους περισσότερους, που για να επιβιώσουν κάνουνε δουλειές του ποδαριού, ή σπεύδουν να πάρουνε φαγητό στα διάφορα συσσίτια. Κάποιοι απ’ αυτούς, με την επιβολή και τη σταθεροποίηση της γερμανικής κατοχής στην πρωτεύουσα, ξαναφεύγουν προς τις αρχές του καλοκαιριού του ’41 προς τα βόρεια, κυρίως προς τη Θεσσαλονίκη, αναζητώντας μεροκάματο, και φτιάχνουν διάφορα πρόχειρα σχήματα, παίζοντας δι’ εμβολισμού, δηλαδή όταν βρουν κενό παραστάσεων σε διάφορα υπάρχοντα ήδη θέατρα που έχουν επιταχθεί απ’ τους κατακτητές και συνήθως παίζουν γερμανικά και βουλγάρικα έργα προπαγάνδας.

Διαφήμιση του Ιουνίου 1943

Έτσι, ο Παρασκευάς Οικονόμου με την Πάολα και την Αλεξάνδρα Δέλτα, που έχουν ανεβεί στη Θεσσαλονίκη, παίζουνστα θερινά «Ηλύσια» οπερέτες και επιθεωρήσεις, μεταξύ των οποίων τα Μοντέρνα Κορίτσια, την Γκόλφω, «οπερετοποιηθείσαν από τον ποιητήν Ορέστην Λάσκον», το Σαν η καρδιά πονά του Χατζηαποστόλου. Επίσης, τις λυρικές οπερέτες του θεσσαλονικιού δημοσιογράφου Αντώνη Κοσματόπουλου Ο ρακοσυλλέκτης των Παρισίων και Γουλιέλμος ο αχθοφόρος, που είχαν παιχτεί και τα προηγούμενα χρόνια – απόγονος, γιος του Αντώνη, είναι ο συγγραφέας και μεταφραστής Αλέξανδρος Κοσματόπουλος.

Τα πράγματα αγριεύουν κι ο χειμώνας του ’42, με θερμοκρασία -20 βαθμούς, είναι θανατηφόρος, πολλοί άνθρωποι σβήνουν στους δρόμους απ’ την πείνα και το ψύχος. Τα σχήματα και οι ηθοποιοί φυτοζωούν – ενώ το πιο σπουδαίο γεγονός του 1942 από θεατρική άποψη είναι η εμφάνιση του Κυριαζή Χαρατσάρη, του μεγαλύτερου θεατρικού δασκάλου στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος παρά τον ζόφο των ημερών, ιδρύει το ’42 την Καλλιτεχνική Εταιρεία, συν Σχολή Τραγουδιού και Θεάτρου, με σκοπό την προώθηση της θεατρικής ζωής στην πόλη. Ο «Ζήζος» Χαρατσάρης είχε ξεκινήσει ως μουσικός συνεργάτης του Κάρολου Κουν και της Κατερίνας και αναδείχτηκε σε μεγάλη μορφή του θεάτρου – ήδη τον επόμενο χρόνο, το ’43, και στο κέντρο του κυκλώνα, ανεβάζει στο Θέατρο Λευκού Πύργου τους Ηρακλείδες του Ευριπίδη σε μετάφραση Κώστα Βάρναλη και φορεσιές Γιάννη Τσαρούχη.

Γενικά, όμως, κι όπως είναι φυσικό, το θέατρο υπολειτουργεί, αν και είναι βασικό μέσο της γερμανοβουλγαρικής προπαγάνδας, όπως και η μουσική, και τα επίκαιρα στα σινεμά– οι Βούλγαροι, που έχουν φτιάξει κι άλλες λέσχες επιρροής, αλλά και συσσίτια μέσα στην πόλη, αρπάζουν την ευκαιρία και ζητούν απ’ τους Γερμανούς να ανεγείρουν ένα δικό τους Κρατικό Θέατρο, μεταφέροντας και κλιμάκιο του Εθνικού Βουλγαρικού Θεάτρου και της Όπερας της Σόφιας, γιατί δεν υπάρχει ούτε ένας αντίστοιχος σοβαρός χώρος στη Θεσσαλονίκη. Οι Έλληνες αφυπνίζονται τότε, ξαφνικά, εξεγείρονται. Συσπειρώνονται. Ήδη υπάρχουν άγρια απωθημένα και πικρές μνήμες απ’ τον Μακεδονικό Αγώνα και τις δύο προηγούμενες βουλγαρικές κατοχές. Σπεύδουν, λοιπόν, και ζητούν κατεπειγόντως από την ελληνική κυβέρνηση να στήσει αμέσως ένα ελληνικό, κρατικό θέατρο για να προλάβουν τους Βουλγάρους. Μπροστά στην απειλή, η κυβέρνηση στέλνει όπως-όπως από την Αθήνα αρκετά χρήματα τα οποία διατίθενται για τη διαρρύθμιση του παλιού θεάτρου του Λευκού Πύργου. Αλλά μετά, όταν το εξετάζουν οι τεχνικοί, το βρίσκουνε πάλι ακατάλληλο. Φρέσκα (πληθωρισμένα) δισεκατομμύρια στέλνονται και το 1943 η υπαίθρια σκηνή του υποτυπώδους Βασιλικού Θεάτρου, που θεμελιώθηκε το 1938 απ’ τον Ιωάννη Μεταξά ως θερινή σκηνή του Εθνικού Θεάτρου Αθηνών, μετατρέπεται βιαστικά σε χειμερινή αίθουσα με προσθήκη καμπυλωτής οροφής, παραθύρων και εγκατάστασης για θέρμανση κατοχικού τύπου. Ήταν πάλι μια σχετικά πρόχειρη κατασκευή, όμως κάτι είναι κι αυτό, εφόσον έτσι, και εκ των ενόντων, αποφεύγεται ο βουλγαρικός κίνδυνος.

Φρικαλέα ανακοίνωση του
φιλοναζιστικού περιοδικού Νέοι
Καιροί, 14.12.1942

Την οργάνωση αυτού του πρώτου Κρατικού Θεάτρου την αναλαμβάνει ο Λέοντας Κουκούλας με σκηνοθέτη τον Κωστή Μιχαηλίδη και σκηνογράφο τον Κώστα Βακαλό: συγκροτούν αμέσως θίασο και ανεβάζουν μέσα σε εκείνα τα χρόνια του φόβου και της απειλής την Τρισεύγενητου Παλαμά, τη Βαβυλωνία του Βυζάντιου και αρκετά άλλα έργα. Ο θίασος, εκτός απ’ τις άλλες απειλές, αντιμετωπίζει και τη συστηματικά δηλητηριώδη πένα του Μιχάλη Παπαστρατηγάκη, θεατρόφιλου –υποτίθεται– διευθυντή της φιλοναζιστικής εφημερίδας Νέα Ευρώπη, που δεν αφήνει το Κρατικό Θέατρο σε χλωρό κλαρί. Ωστόσο, οι έλληνες καλλιτέχνες παλεύουν ηρωικά, κρατώντας αναμμένη τη θεατρική φλόγα ως το φθινόπωρο του 1944 που φεύγουν οι Γερμανοί – μαζί τους δραπετεύει και ο Παπαστρατηγάκης και γίνεται «υπουργός» στη φαιδρή φιλοναζιστική, εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στη Βιέννη με επικεφαλής τον Έκτορα Τσιρονίκο, τον Οκτώβριο του ’44, και με άλλους υπουργούς, όπως τον γνωστό Ξενοφώντα Γιοσμά, τον Κώστα Γούλα, καθοδηγητή της οργάνωσης ΕΕΕ και έτερους δοσίλογους. Με την είσοδο του ΕΑΜ στη Θεσσαλονίκη στις 30 Οκτωβρίου του ’44 αλλάζει και ο τίτλος του «Κρατικού Θεάτρου» και γίνεται «Λαϊκό Θέατρο Βόρειας Ελλάδας», το οποίο δεν μακροημερεύει. Πέντε μήνες μετά (Φεβρουάριος του ’45), με τη συμφωνία της Βάρκιζας, ξαναγίνεται «Κρατικό», «Εθνικό», και μετά «Βασιλικό Θέατρο», όπως λέγεται και σήμερα– στο πεντάμηνο μεσοδιάστημα το «Λαϊκό Θέατρο» προλαβαίνει και ανεβάζει ένα έργο, τον Ρήγα τον Βελεστινλή του Βασίλη Ρώτα. Στη συνέχεια, η πόλη ζει τα δεινά του εμφυλίου. Η θεατρική κίνηση είναι σχετικά περιορισμένη. Στη δεκαετία 1940-1950, ωστόσο, λειτουργούν στη Θεσσαλονίκη, εκτός από τα τσαντίρια και τα μπουλούκια, δώδεκα θέατρα που εναλλάξ παίζουν και κινηματογραφικές ταινίες ή, μετά την έκρηξη του εμφυλίου, κάνουν εκδηλώσεις «υπέρ των μαχομένων», για τους ανταρτόπληκτους, τους συμμάχους, τους τραυματίες και με διάφορους σχετικούς συλλόγους, Παλαιούς Πολεμιστές, με το Λύκειο Ελληνίδων κ.ά.: το Θέατρο του Λευκού Πύργου, το «Αττικόν» που εργάζεται ως θέατρο από το 1945 ως το 1947, το κινηματοθέατρο «Πατέ» στην οδό Αγίας Τριάδος, ο «Έσπερος», το «Βασιλικό» που είπαμε απ’ το 1941-42, το «Πάνθεον», το «Αχίλλειον» από το 1942, τα «Κυβέλεια» απ’ το 1943, τα χειμερινά «Ηλύσια» απ’ το 1947, ο «Ορφεύς», η «Ταράτσα του Μοσκώφ», τα «Διονύσια» και το «Μακεδονικόν», εκεί που βρίσκεται η Λέσχη Αξιωματικών, και που γκρεμίστηκε το 1949. Το 1950 χτίζεται στην παραλία το θέατρο «Τούλας Δράκου» και το 1951 το «Μετροπόλ» δίπλα στην Ηλεκτρική Εταιρεία, που γκρεμίζεται το 1959 για να γίνει η διάνοιξη της παραλιακής λεωφόρου. Στην πόλη, από σοβαρές ντόπιες δυνάμεις, δρουν κυρίως ο Κυριαζής Χαρατσάρης, ο Γιάννης Κοπανάς, ενώ αυτά τα δύσκολα χρόνια εμφανίζεται και η Μαίρη Σοΐδου, ως χορεύτρια καταρχήν και κομφερασιέ.

Ρεκλάμα, Φεβρουάριος 1944

Όταν σκέφτεται κανείς την Κατοχή και τις αποτρόπαιες όψεις της ζωής τότε, δύσκολα μπορεί να φανταστεί ότι ταυτόχρονα στον χώρο του θεάτρου επιτελούνταν με φόβο και αδιανόητες θυσίες μια μικρή καθημερινή εποποιία από ανθρώπους που ζούσαν κυρίως με το φαγητό των συσσιτίων. Και πως ο προηγούμενος εφησυχασμός του Μεσοπολέμου είχε αφήσει την πόλη χωρίς ένα κρατικό θέατρο της προκοπής– με την εισβολή των Βουλγάρων, και την οργάνωσή τους κυρίως σε αυτό το κτίριο της οδού Κομνηνών, κι όταν άρχισαν πια φανερά να απειλούν με την προπαγάνδα, με τη διάβρωση των ψυχών, τους εξαναγκασμούς και τις άλλες πρωτοβουλίες τους την εθνική και πολιτισμική υπόσταση της Θεσσαλονίκης, τότε αφυπνιστήκαμε επιτέλους, κινητοποιηθήκαμε. Κι έτσι στήθηκε όπως-όπως το πρώτο Κρατικό Θέατρο, που η μοίρα του ακολούθησε κι αυτή τις μετέπειτα πολιτικές και κοινωνικές περιπέτειες. Σκεπτόμενος το θέμα, τώρα με τον κορωνοϊό, συμπεραίνω ότι το θέατρο, ευρύτερα, πανελλήνια, παρά τα κατοχικά του βάσανα, στις μέρες μας και ίσως για καιρό, θα υποφέρει ακόμα περισσότερο κι από την εποχή των Γερμανοβουλγάρων– θα το βλέπουμε κατά μόνας, κυρίως στην TV, όσο μπορείς να δεις θέατρο στην τηλεόραση. Και ξανασκέφτομαι αυτό το κτίριο όπου στεγάζεται τώρα το Σερβικό Προξενείο, στην οδό Κομνηνών, δίπλα στο «Hotel Λουξεμβούργο». Τι μυστικά περιέχει, τι κρύβει, τελικά, αυτό το παλιό κτίσμα στην Θεσσαλονίκη οι κατοπινές του περιπέτειες είναι εντελώς διαφορετικές, αλλά εξίσου ενδιαφέρουσες. Πολλές μεταμορφώσεις, άγνωστες στον ανύποπτο διερχόμενο, που το κοιτάζει μεν, το θαυμάζει, αλλά αν δεν ξέρει την ιστορία του δεν βλέπει, βέβαια, τίποτε παρά ένα ακόμα όμορφο (πλην στοιχειωμένο) παλαιό κτίριο της πόλης.