logo

ΘΕΣΣΑΛΟΝίΚΗΣ ΠΡΟΣΩΠΑ

Ο κύριος ΑΖΑ a.k.a. Γιάννης Ζαχόπουλος

Μια διπλή προσφορά στην κινηματογραφική παιδεία της Θεσσαλονίκης

συνέντευξη στην Αγγελική Ζουμπούλη
ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόλΙΣ 73

Δέκα χρόνια στην Αμερική με υποτροφίες στα καλύτερα πανεπιστήμια, 12 χρόνια στην Αφρική σε θέσεις ευθύνης μεγάλων εταιρειών, ερασιτέχνης φωτογράφος στη Γαλλία, ενθουσιώδης οδηγός αγώνων στην Αμερική και την Αγγλία, ιδεαλιστής, νεανικός, γειωμένος, φιλοσοφημένος, Θεσσαλονικιός.
Εγώ τον γνώρισα ως κ. ΑΖΑ.

Η Θεσσαλονίκη ήταν γνωστή για τη σινεφίλ κοινότητά της τις προηγούμενες δεκαετίες. Πώς προέκυψε αυτή η κοινότητα;

Η Θεσσαλονίκη ήταν πολύ σινεφίλ από τη δεκαετία του ’30 μέχρι τον πόλεμο, βασικά. Νομίζω είχε τότε τουλάχιστον 32 αίθουσες και πολλές πανευρωπαϊκές πρεμιέρες στα «Ηλύσια», στο «Τιτάνια» και στα «Διονύσια». Τα περισσότερα σινεμά τότε ανήκαν σε εβραίους Θεσσαλονικείς, όπως και οι πιο πολλοί πολιτιστικοί κύκλοι στην πόλη δημιουργήθηκαν στις δεκαετίες του ’10 και του ’20 από Εβραίους της πόλης. Σίγουρα, η δημιουργία του Διεθνούς Φεστιβάλ έπαιξε τον πιο μεγάλο ρόλο.

Πιστεύετε ότι υπάρχει αληθινή σινεφίλ κοινότητα πλέον στη Θεσσαλονίκη;

Υπάρχει αληθινή σινεφίλ κοινότητα, αλλά όχι μεγάλη. Υπάρχει ακόμα κοινό για τον ποιοτικό κινηματογράφο, αλλά είναι σίγουρα και trendy! Την πραγματική σινεφίλ κοινότητα δεν μπορούμε να τη μετρήσουμε, ούτε μπορώ να πω ότι όσοι πάνε στο φεστιβάλ είναι σινεφίλ. Έχει τύχει να μην μπορώ να βρω εισιτήριο για ένα έργο που ήθελα να δω στο πρόγραμμα του φεστιβάλ και μετά από μια-δυο εβδομάδες που το έπαιζε το «Φαργκάνη» ήταν μέσα οχτώ άτομα για το ίδιο έργο.

Πώς δημιουργήθηκε η σχέση σας με τον κινηματογράφο;

Όπως ξεκινάει ένας έρωτας. Έρχεται μόνο του, από την πρώτη φορά που πήγα στο σινεμά στα 12 μου ερωτεύτηκα. Θυμάμαι και ποια ταινία ήταν, το Ali Baba and the Forty Thieves με τη Maria Montez και τον Jon Hall. Τα πρώτα μου έργα τα είδα τέλη της δεκαετίας του ’50, κάπου εκεί, την ώρα που κοιμόταν ο μπαμπάς μου. Το εισιτήριο έκανε 2-3 δραχμές και η μητέρα μου με άφηνε στα κρυφά, πριν ξυπνήσει ο πατέρας μου, να τρέξω στα «Hλύσια», που ήταν και δίπλα στο σπίτι μου.

Εσείς επιλέξατε το σινεμά ή το σινεμά εσάς;

Δεν πιστεύω στη λέξη «κάρμα» ούτε στο πεπρωμένο, αλλά το σινεμά κάπως πάντα με κυνηγούσε. Έδωσα εξετάσεις κρυφά από τους δικούς μου και κέρδισα Fulbright υποτροφία για το Grinnell College στην Αμερική, όπου σπούδασα Φυσικομαθηματικά. Εκεί, ίσως επειδή τότε ήμουν από τους λίγους ευρωπαίους φοιτητές, με διάλεξαν να διαλέγω ευρωπαϊκά έργα για τους φοιτητές, ένα έργο κάθε μήνα. Από εκεί, μάλλον, ξεκίνησε και η πιο σοβαρή κινηματογραφική μου παιδεία. Θυμάμαι το πρώτο που έπαιξα ήταν το Κυριακάτικο Ξύπνημα του Κακογιάννη με Λαμπέτη και Χορν. Μετά, στο Columbia University στη Νέα Υόρκη μου δώσανε τον ίδιο ρόλο, επιλογή ταινιών για τις κινηματογραφικές προβολές του Columbia. Μετά από αυτό, η δουλειά μου στην Αμερική ως ηλεκτρονικού μηχανικού ήταν στο IITRI, κέντρο ερευνών του Πολυτεχνείου του Σικάγο, στο Τμήμα Magnetic Recording and Instrumentation, στα πρώτα βήματα έρευνας και κατασκευής τού βίντεο, και δίπλα στον «πατέρα τής Μαγνητικής Εγγραφής». Στα 10 χρόνια συνολικά που έζησα στην Αμερική, Νέα Υόρκη, Σικάγο με τα πολλά «art cinema», το καλό σινεμά ήταν πάντα κοντά μου.

Μετά την Αμερική δουλέψατε και ζήσατε για πάνω από μία δεκαετία στην Αφρική και έχετε αναφερθεί στα χρόνια εκείνα με μια ιδιαίτερη αγάπη και νοσταλγία. Γιατί;

Με δυο λόγια, γιατί εκεί είδα τα πιο ωραία δείγματα ανθρωπιάς, αγάπης και σοφίας. Ακόμη νομίζω είμαστε πίσω συγκριτικά με τους Αφρικανούς εδώ στην Ευρώπη. Κάποια πράγματα που μου έμειναν αξέχαστα είναι το να γνωρίζω Νιγηριανούς που να ξέρουν απ’ έξω και ανακατωτά Πλάτωνα και Αριστοτέλη. Να βρίσκομαι χαμένος σε κάποια έρημο κοντά στη Σαχάρα, περικυκλωμένος από 3-4 Καλάσνικοφ και με το που αρχίζουμε την κουβέντα να ξεχνούν τα Καλάσνικοφ και να αποχαιρετιόμαστε με αγκαλιές. Στην Αφρική ήμουν σαν το ψάρι μέσα στο νερό, εδώ είμαι σαν ψάρι έξω από το νερό. Ήταν το σπίτι μου και μου λείπει. «Maladie d’ Afrique», κατά Hemingway!

Γιατί επιστρέψατε στην Ελλάδα και κάνατε το χόμπι σας δουλειά;

Πράγματι, ήθελα να κάνω την αγάπη μου για το σινεμά δουλειά μου, αλλά ήθελα και να προσφέρω κάτι στην πόλη. Το ΑΖΑ ξεκίνησε στο μυαλό μου ως Δημοτική Ταινιοθήκη, ώστε να μπορεί κάποιος Θεσσαλονικιός να βρει οποιοδήποτε σημαντικό έργο στην ιστορία του σινεμά, από κάθε χώρα και από κάθε δεκαετία, πράγμα που δεν πρόσφερε κανένας άλλος χώρος, ούτε στην Αθήνα, αλλά ούτε και στην Ευρώπη.

Το ΑΖΑ έκλεισε μετά από 36 χρόνια λειτουργίας. Πιστεύετε ότι πετύχατε αυτό που θέλατε όταν το δημιουργήσατε;

Ήθελα το ΑΖΑ να καλύψει την απουσία μιας Δημοτικής Ταινιοθήκης, και να είναι ένα σημείο αναφοράς, συνάντησης αλλά και παιδείας για τον κινηματογράφο στη Θεσσαλονίκη. Και ναι, πιστεύω το πετύχαμε.

Τί σας έμεινε περισσότερο από το ΑΖΑ σε όλα τα χρόνια λειτουργίας του;

Οι φιλίες και η «αγαπησιάρικη» σχέση με τους σινεφίλ. Αυτό μου λείπει ακόμα, κάθε μέρα. Και φυσικά, να δουλεύω πλάι στον γιο μου Αλέξη, που τα τελευταία 10 χρόνια είναι ο Νο.1 κ. ΑΖΑ.

Παρ’ όλες τις βραβεύσεις, το TiSFF συνεχίζει να λαμβάνει μεγαλύτερη αναγνώριση στο εξωτερικό από ό,τι στην Ελλάδα και στη Θεσσαλονίκη. Γιατί;

Μα, προφανώς, είναι θέμα έλλειψης κινηματογραφικής παιδείας. Όταν οι ίδιοι οι παράγοντες των μεγαλύτερων φεστιβάλ στην Ευρώπη λένε ότι το δικό μας πρόγραμμα είναι καλύτερο από των Βρυξελλών, για παράδειγμα, αλλά οι Βρυξέλλες, με ίδιο πληθυσμό, έχουν 25.000 θεατές και εμείς έχουμε 700, λες κάτι γίνεται. Αυτό φαίνεται κυρίως από τις συμμετοχές μας, που αρκετές φτάνουν σε μεγάλες βραβεύσεις. Από το περσινό πρόγραμμα μόνο είχαμε πέντε ή έξι ταινίες που φτάσανε στα Όσκαρ και επτά που φτάσανε στα Σεζάρ. Δεν υπάρχει το επίπεδο κινηματογραφικής παιδείας στην Ελλάδα, όπως υπάρχει στο εξωτερικό.

Το θεωρείτε περισσότερο παρεξηγημένο σε σχέση με τις ταινίες μικρού μήκους στην Ελλάδα;

Προσωπικά, πιστεύω ότι ακόμα και ο όρος «μικρού μήκους» κάνει κακό, μέχρι που σκεφτόμουν ειλικρινά να αλλάξω το όνομα του φεστιβάλ. Δεν είναι ακριβής η μετάφραση στην αντίστοιχη αγγλική, η λέξη «μικρό» μεταφράζεται «small», όπως «μικροαπατεώνας», «μικρομάγαζο», είναι όλα «μικρά», πιο χαμηλού επιπέδου, ενώ η πραγματική αγγλική ονομασία «short films» υποδηλώνει τον χρόνο και όχι το μέγεθος, είναι θέμα διάρκειας.

Παρ’ όλες τις δυσκολίες της εποχής, το TiSFF συνεχίζει και συγχρονίζεται με τις παρούσες συνθήκες. Φέτος θα πραγματοποιηθεί εξ ολοκλήρου ψηφιακά μέσω πλατφόρμας στο πλαίσιο των «Δημητρίων». Αυτή η στροφή είναι αναγκαίο κακό ή εξέλιξη;

Είναι μια αναγκαστική εξέλιξη. Το TiSFF από το 2009 ήταν το κινηματογραφικό κομμάτι των «Δημητρίων». Ελπίζουμε και φέτος. Υπάρχουν πολλοί άνθρωποι με μυαλό και ιδέες στη φετινή διοργάνωση που έχουν αντιληφθεί πόσο έχει να κερδίσει η πόλη και θα βρεθούν έξυπνοι τρόποι τα ψηφιακά φεστιβάλ να βγουν πολύ κερδισμένα, όσο και να μας λείπει η μεγάλη οθόνη.

Στο παρελθόν, το TiSFF έχει αναφερθεί και ως «one-man festival». Δεν έχει διοίκηση, ούτε προσωπικό. Πώς κατάφερε να επιβιώσει για τόσα χρόνια;

Το πιο σημαντικό για την επιβίωση του φεστιβάλ ήταν το πρόγραμμα και η αναγνώρισή του από μεγάλους κινηματογραφικούς οργανισμούς. Σήμερα, το TiSFF συγκαταλέγεται στα 45 καλύτερα φεστιβάλ όλου του κόσμου (από τα συνολικά 2.500 φεστιβάλ μικρού μήκους παγκοσμίως), ενώ είναι το μοναδικό ελληνικό φεστιβάλ στα 24 καλύτερα της Ευρώπης. Και τη θέση αυτή την πήρε καθαρά για την επιλογή των ταινιών και του προγράμματός του.

Τι σας ελκύει πλέον σε μια ταινία; Ενθουσιάζεστε ακόμη βλέποντας ταινίες;

Οι καλές ταινίες για μένα έχουν σχέση με την αγάπη ή την έλλειψη της αγάπης. Έχω μια τάση να προτιμώ ανθρώπινες ιστορίες. Όταν καταφέρνει μια ταινία να με «βάζει» μέσα στο έργο.

Βλέποντας πίσω, υπάρχει κάτι για το οποίο μετανιώνετε;

Δεν μου αρέσει η λέξη «μετανιώνω», δεν μετανιώνω για τίποτα και φοβάμαι ότι θα ξανάκανα τα ίδια. Καθόλου σοφό, αλλά με ξέρω. Το πιο σημαντικό στη ζωή μου, γεμάτος περηφάνια, είναι τα παιδιά μου. Αυτά μετράνε πιο πολύ απ’ όλα.
Έχω, όμως, νιώσει ντροπή δύο φορές στη ζωή μου. Η μία φορά ήταν το 2012, όταν αναγκάστηκα να ακυρώσω τον ερχομό του ηθοποιού Bruno Ganz, τον οποίο είχα ο ίδιος καλέσει στο TiSFF, λόγω έλλειψης χορηγού για τη μεταφορά και διαμονή του – ένας ηθοποιός που θα έδινα 100 ευρώ απλώς για να τον δω να πίνει καφέ στο απέναντι τραπέζι. Ήμουν να ανοίξει η γη να με καταπιεί. Η δεύτερη μεγάλη μου ντροπή ήτανε όταν με κάλεσαν στο Λονδίνο να τρέξω σε αγώνα. Ήταν μια κίτρινη Lotus Elite που στον δεύτερο γύρο την έστειλα στα χωράφια. Απερίγραπτη ντροπή και αυτή.

Το TiSFF – Thessaloniki International Short Film Festival είναι το διεθνές ραντεβού δημιουργών ταινιών μικρού μήκους που πραγματοποιείται στη Θεσσαλονίκη, σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Πολιτισμού του Δήμου Θεσσαλονίκης. Δημιουργήθηκε και διοργανώνεται από τον Γιάννη Ζαχόπουλο και είναι ένα διεθνές φεστιβάλ που στόχο έχει την προβολή και προώθηση πρωτοποριακών ιδεών και τάσεων, όπως αυτές αποτυπώνονται στις δουλειές νέων δημιουργών του κινηματογράφου.

Γιάννης Ζαχόπουλος

Ο Γιάννης Ζαχόπουλος θεωρείται αυθεντία στο σινεμά και δραστηριοποιείται σε αυτό τον χώρο για περισσότερα από 35 χρόνια. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και μετά την αποφοίτησή του από το κολλέγιο «ΑΝΑΤΟΛΙΑ» σπούδασε με υποτροφία Fulbright στην Αμερική (Φυσικομαθηματικά στο Grinnell College, Ηλεκτρονικός Μηχανικός στο Columbia University), και εργάστηκε στην Αμερική, Ελλάδα και Νιγηρία ως Ηλεκτρονικός Μηχανικός / Τεχνικός Διευθυντής / Γεν. Διευθυντής και Διευθύνων Σύμβουλος (Illinois Institute of Technology, Research Institute * ESSO * CARRIER Air Conditioning* ARCHIRODON).
Το 1984 επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη και με την αγάπη του για τον κινηματογράφο δημιούργησε το AZA Cinema Club. Ένα ξεχωριστό video club με περισσότερους από 14.000 σπάνιους τίτλους στην κατοχή του, οι οποίοι και το τοποθέτησαν στις πρώτες θέσεις των συλλεκτικών ταινιοθηκών της Ευρώπης. Η αγάπη του, όμως, για τις ταινίες μικρού μήκους τον οδήγησε το 2007 στη δημιουργία ενός διεθνούς φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους. Έτσι γεννήθηκε το Thessaloniki International Short Film Festival (TISFF). Όσον αφορά το πώς ξεκίνησε το εγχείρημα του φεστιβάλ, το βασικό κίνητρο μπορεί να συνοψιστεί σε μία λέξη: «προσφορά» στην κινηματογραφική παιδεία της Θεσσαλονίκης.

Πλαγιότιτλος: «Το TiSFF είναι ένα φεστιβάλ για αυθεντικούς λάτρεις του σινεμά. Έχει την καλύτερη επιλογή ταινιών από οποιοδήποτε φεστιβάλ στο οποίο έχω παρευρεθεί». Dejan Mrkic, Σκηνοθέτης
Πλαγιότιτλος: «TiSFF, το στολίδι της Θεσσαλονίκης! Το TiSFF δεν θα μπορούσε να είναι τίποτα άλλο απ’ αυτό που με τόση υπομονή, εμμονή και κουράγιο στήνει εδώ και πολλά χρόνια ο Γιάννης Ζαχόπουλος». Τάσος Ρέτζιος, Κριτικός Κινηματογράφου

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ

γίνετε συνδρομητής/τρια για να λαμβάνετε τα 4 ετησίως τεύχη του περιοδικού

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ

Ο κύριος ΑΖΑ a.k.a. Γιάννης Ζαχόπουλος
Φωτογραφία του Γιάννη Ζαχόπουλου από το Κέντρο Ερευνών του Πολυτεχνείου του Σικάγο IITRI το 1966.
Ο κύριος ΑΖΑ a.k.a. Γιάννης Ζαχόπουλος
TiSFF-Thessaloniki International Short Film Festival, 2019 poster
Ο κύριος ΑΖΑ a.k.a. Γιάννης Ζαχόπουλος
Ο Γιάννης Ζαχόπουλος.
Ο Γ. Ζαχόπουλος στο ΑΖΑ video club στην οδό Π.Π.Γερμανού, 1988
Πρόσοψη του ΑΖΑ video club στην οδό Π.Π.Γερμανού.
Τα πρώτα χρόνια στη Νιγηρία, 1973
Ο κύριος ΑΖΑ a.k.a. Γιάννης Ζαχόπουλος
Φορώντας παραδοσιακή τοπική φορεσιά, Νιγηρία, 1979
Ο κύριος ΑΖΑ a.k.a. Γιάννης Ζαχόπουλος
Ανοιχτή συζήτηση με τον σκηνοθέτη Γιάννη Οικονομίδη μετά από προβολή, στα πλαίσια του TiSFF 2019


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΩΝ ΠΟΛΙΣ

Ιστορία, Γράμματα, Τέχνες, Ιδέες. Η «συνείδηση της πόλης»


MATAROA PROJECT

πλατφόρμα για τους καλλιτέχνες και τον σύγχρονο πολιτισμό στην Ελλάδα


ΑΛΛΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ

πρωτοβουλίες για τη δημόσια και πολιτιστική ζωή της Θεσσαλονίκης

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Φράγκων 6-8
54626 Θεσσαλονίκη
Τ 2310 551754
E info@peebe.gr