fbpx

logo

ΙΣΤΟΡΙΑ

Η ξανθιά ρετσίνα και η δόξα της

Του ΓΙΏΡΓΟΥ ΣΚΑΜΠΑΡΔΩΝΗ

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόλΙΣ 70

Η προσιτή, λαϊκή ρετσίνα μεγαλύνθηκε ως ποτό κυρίως στην Αθήνα την εικοσαετία 1920-1940, εμπνέοντας δεκάδες τραγούδια και θεατρικούς ρόλους. Επανήλθε ένδοξη από το 1960 ως το ’80, και ως χύμα, κυρίως ως Μαλαματίνα στην Βόρειο Ελλάδα, συνοδεύοντας και πυροδοτώντας τις δικές μας νεανικές νύχτες, με Μίκη Θεοδωράκη, κάπνα, αμπέχωνα και αυταπάτες. Και πάντα αναρωτιόμουνα: ποια να ’ναι η ιστορία της;

Αν καθίσεις σε ένα μπαρ και ζητήσεις ρετσίνα, θα σε δούνε σαν εξωγήινο. Καταρχάς, διότι η ξανθιά δεν σερβίρεται και δεν πίνεται χωρίς φαγητό – εξαιρούνται οι φανατικοί ξεροσφύρηδες. Κι έπειτα ενδέχεται, αν η σερβιτόρα είναι πολύ νέα, να μην έχει δοκιμάσει ακόμα ένα ποτηράκι ρετσίνα, που δοξάστηκε τη δεκαετία του 1920 και επανήλθε ενδοξότερη το ’60 και στη μεταπολίτευση.

Υπήρξε, λοιπόν, εκείνη η γενιά, στις δεκαετίες 1960 και ’70, εμείς, που όντας νέοι και φοιτητές δεν είχαμε ανακαλύψει ακόμα τα πιο ακριβά κρασιά (πού λεφτά;), ούτε είχε γεμίσει με μοντέρνα οινοποιεία όλη η χώρα, κάτι που συνέβη μετά το ’80 – τότε, τουλάχιστον στα μεσαία και χαμηλά στρώματα, ήταν βασίλισσα η ρετσίνα. Ο λαϊκός κόσμος, και όχι μόνο, την έπινε πολύ, ενώ εμείς, φοιτητές, καλλιεργούσαμε τις αυταπάτες μας επιμελώς στις ταβέρνες, αφήνοντας γένια, φορώντας αμπέχωνα, τραγουδώντας Μίκη, μιλώντας για την άτιμη την κοινωνία, τον Ράιχ και τον Μαγιακόσφσκι, καπνίζοντας αρειμάνια και ρουφώντας φανατικά ρετσίνα ως τις πρωινές ώρες.

Προηγουμένως, στην εικοσαετία από το 1920 ως το ’40, γράφτηκαν δεκάδες τραγούδια για αυτό το είδος κρασιού που μαζί με τη φέτα, τη μαστίχα, το ούζο  (συν τον διχασμό) θεωρούνται τα εθνικά μας προϊόντα με ονομασία προέλευσης. Στην Αθήνα, όπου τη ρετσίνα τη λένε ακόμα «κρασί» (από τα αμπέλια των Σπάτων, του Κορωπίου, των Μεσογείων κτλ.), ήταν για δεκαετίες και είναι η βασική προϋπόθεση  ύπαρξης για μια καλή ή παραδοσιακή ταβέρνα. Ποιος δεν θυμάται και τα σκίτσα, στα λαϊκά περιοδικά, για τους βαρελόφρονες, τον δικό μας Σύλλογο Λεχριτών εδώ στη Θεσσαλονίκη, τους θεατρικούς-επιθεωρησιακούς ή κινηματογραφικούς ρόλους του μπεκρή (βλέπε Ορέστη Μακρή και Φραγκίσκο Μανέλλη), και τα σχετικά άσματα της εποχής, που δεν τα ακούσαμε την εποχή της δόξας τους, αλλά τουλάχιστον τα μάθαμε εκ των υστέρων: ήδη το 1921, στην οπερέτα του Χατζηαποστόλου «Οι Απάχηδες των Αθηνών» ακούγεται το τραγούδι: «Ρετσίνα μου, ρετσίνα μου, μαζί σου θα πεθάνω, του κόσμου όλα τα καλά μπροστά σου δεν τα βάνω». Και ο Τέτος Δημητριάδης, το 1936, τραγουδούσε: «Εγώ δεν έπινα κρασί κι αν το ’μαθα το φταις εσύ… Με τη ρετσίνα τη γλυκιά μου, βρήκα, ρε σπλάχνο, την υγειά μου». Ο Πέτρος Επιτροπάκης: «Ρετσίνα μου αγνή, αγάπη μου ξανθιά, κεχριμπαρένια…»., ενώ ο Μουζάκης σε στίχους Γιαννακόπουλου: «Αθήνα, Αθήνα, στα βαρέλια χρυσίζει η ρετσίνα», ή το «Φέρε ρετσίνα, φέρε κλαρίνα, φέρε σαντούρια και βιολιά», και άλλα πολλά τραγούδια που σημάδεψαν πάνω από δυο γενιές.

Ευστράτιος Μαλαματίνας

Άραγε σε ποιο άσμα, πρώτη φορά, αναφέρεται η ρετσίνα; Να, μια έρευνα που θα άξιζε να κάνουμε – όπως και το αν τιμούσαν την ξανθιά στην Κωνσταντινούπολη και στη Σμύρνη πριν την Καταστροφή. Έπιναν ρετσίνα; Σίγουρα, ναι. Αλλά ποιοι είχαν τα μεγάλα σχετικά οινοποιεία; Ψάχνοντας σε έναν εμπορικό κατάλογο της Σμύρνης του 1920, βρίσκω ότι υπήρχαν τότε στην ελληνική συνοικία, που ήταν και η ισχυρότερη, 40 Έμποροι Σταφυλών, 4 Εταιρίες Εισαγωγής, 29 Οινοπνευματοπωλεία και 25 εργοστάσια Οινοπνευματωδών. Το παλαιότερο, όπως αναγράφεται στη σχετική διαφήμιση, το «Βάκχος», είναι του Αθανασίου Καμπούρογλου, στο  Αραπιάν Τσαρσί. Το εργοστάσιο ιδρύθηκε το 1878 και παρήγε «όλα τα είδη οίνων και οινοπνευματωδών». Άρα και ρετσίνα; Πιθανότατα, για να μην πω σίγουρα.

Κωνσταντίνος Μαλαματίνας του Ευστρατίου

Αλλιώς δεν εξηγείται το ότι δημιουργείται και μια παράδοση παραγωγής οίνου, ρετσίνας, ούζου καi τσίπουρου στις αντικρινές Αλεξανδρούπολη και Σαμοθράκη από τα τέλη του 19ου αιώνα. Αλλά ήδη, μετά τη λήξη του Κριμαϊκού Πολέμου το 1856, εποχή κατά την οποία αρχίζει και η χρόνια κρίση της σταφίδας, που είναι τότε το μόνο εξαγώγιμο προϊόν  μας, ξεκινάει και η δημιουργία πολλών οινοποιείων: το απούλητο πλεόνασμα της σταφίδας οδηγεί πολλούς αγρότες στην παραγωγή κρασιού. Εκείνα τα χρόνια ξεκινάει και στη μακρινή Τένεδο ο Ευστράτιος Μαλαματίνας, που αποφασίζει να ασχοληθεί με την οινοποίηση λευκών σταφυλιών από τα ιδιόκτητα αμπέλια του. Ο δραστήριος γιος του, Κωνσταντίνος, αυξάνει την παραγωγή και αρχίζει να στέλνει με καραβάκι κρασί σε κοντινά λιμάνια. Όμως η επιδείνωση των σχέσεων με τη Τουρκία αναγκάζει, ξαφνικά, την οικογένεια να εγκαταλείψει την Τένεδο και τα αμπέλια της. Ο εμπνευσμένος Κωνσταντίνος Μαλαματίνας δεν απελπίζεται: εγκαθίσταται το 1895 στην Αλεξανδρούπολη και ιδρύει το πρώτο επίσημο οινοποιείο της οικογένειας με την επωνυμία «Τένεδος», υιοθετώντας το πατρικό μυστικό της αυθεντικής συνταγής, παράγοντας τον οίνο «ρετσίνα».

Με τη Μικρασιατική Καταστροφή και την απώλεια της Ίμβρου και της Τενέδου (συμφωνία της Λωζάννης), η οικογένεια χάνει οριστικά τα αμπέλια της στο νησί. Ο Κωνσταντίνος Μαλαματίνας ξεκινάει να ταξιδεύει στα αμπελοχώρια της Ελλάδας ψάχνοντας εντατικά. Βρίσκει κατάλληλα χωράφια στο Πόρτο Λάγος και κυρίως στην Αυλίδα της Βοιωτίας όπου τελικά αξιοποιεί την τοπική ποικιλία σταφυλιών, το Σαββατιανό, και απ’ αυτό φτιάχνει τη ρετσίνα Μαλαματίνα, λαϊκό ποτό, με προσιτή τιμή, ελαφρύ, δροσερό, που πίνεται με όλα τα φαγητά και που έμελλε να κυριαρχήσει στα χαμηλά και μεσαία στρώματα τα επόμενα χρόνια. Φτιάχνει οινοποιείο στην περιοχή Φάρος, μπροστά στα νερά του Ευρίπου, γιατί διαπιστώνει πως εκεί  η ζύμωση γίνεται πολύ καλύτερη: ο κόλπος είναι απάνεμος και το κλίμα μυστήριο, μαγικό.

Μυρσίνη, Καϊκι μεταφοράς ρετσίνας από φάρο Αυλίδας (1ο Οινοποιείο) στην Αλεξανδρούπολη

Ο Κωνσταντίνος παντρεύτηκε τη Μυρσίνη, κόρη του Νικολάου Φαρδύ (1853-1901), ενός από τα πιο σημαντικά πνευματικά τέκνα της Σαμοθράκης, φίλου του Ίωνα Δραγούμη. Ο Φαρδύς σπούδασε Ιατρική στη Μασσαλία και ασχολήθηκε επίσης με τη μουσική, την αρχαιολογία, τη λαογραφία, τη γλώσσα, την ψαλτική και τη συγγραφή: η βιβλιογραφία του είναι εντυπωσιακή, ενώ είναι ο πρώτος που έγραψε κι εξέδωσε βιβλίο υπέρ του μονοτονικού, το 1884: Διατριβή περί ατόνου και απνευματίστου γραφής της Ελληνικής γλώσσας.

Κατά τον Μεσοπόλεμο η ρετσίνα, παρότι προσιτή και λαϊκή, έχει μπει και στα καλά μαγαζιά και θεωρείται ποτό της μόδας και της αριστοκρατίας – ή, όπως λέει το άσμα «Η παλιά ταβέρνα» του περίφημου Γιώργου Βιτάλη (1895-1959), σε στίχους, παρακαλώ, Αλέκου Λιδωρίκη και Σπύρου Μελά:

Μουσείο Οικογένειας Μαλαματίνα στην Τένεδο

Κάνεις να μπεις στου μπαρμπα-Γιάννη
Για μαριδίστα και κρασί
Στρίβε σου λένε βρε αλάνι
Εδώ είν’ αριστοκρασί

Και βλέπεις κοσμική Αθήνα
Βλέπεις τον κάθε κουνενέ
Να πίνει γαλλιστί ρετσίνα
Και να την λέει ρεζινέ

Ο γιος του Κωνσταντίνου Μαλαματίνα, Ευάγγελος, με σπουδές χημικού και ειδικού οινολόγου, είναι αυτός που θα δώσει νέα ώθηση στο οινοποιείο. Έχοντας πάθος για την οικογενειακή επιχείρηση και όχι μόνο πρακτική εμπειρία, αλλά και επιστημονική κατάρτιση, θα αναλάβει τη δεκαετία του ’40,  θα τελειοποιήσει και θα σταθεροποιήσει τη γεύση και το άρωμα του προϊόντος, ενώ εκσυγχρονίζει και τη διαδικασία παραγωγής. Στη δεκαετία του ’50 η ρετσίνα εμφιαλώνεται σε φιάλη τύπου «φούσκα». Ο τίτλος «Μαλαματίνα» είναι ανάγλυφος πάνω στο γυαλί μέχρι το 1957, οπότε καθιερώνεται το γνωστό μπουκάλι με την ετικέτα που έχει το περίφημο σήμα-λογότυπο με το κλειδί – γνωστή και η φράση: «Το κλειδί της ευτυχίας».

Ευάγγελος Μαλαματίνας του Κωνσταντίνου

Η ιδέα του λογότυπου με το ανθρωπάκι και το κλειδί ήτανε της συζύγου του Ευάγγελου, της Ιωάννας Κάστανου, που το σχεδίασε σε στιγμή έμπνευσης μέσα σε μια ταβέρνα, πάνω σε χαρτοπετσέτα, κι έκτοτε καθιερώθηκε. Η Ιωάννα, η οποία είχε κάνει σπουδές ηθοποιού στη σχολή του Κάρολου Κουν, ήτανε κόρη του πρωτοπόρου εκπαιδευτικού Θεόδωρου Κάστανου (1886-1932) από τη Χίο, που πέθανε στη Φλώρινα. Ο Κάστανος, πέρα από τη γνωστή, μεγάλη εκπαιδευτική προσφορά του σε όλη την Ελλάδα (είναι και ο βασικός ιδρυτής της Παιδαγωγικής Ακαδημίας Αλεξανδρούπολης) έγραψε και δυο βιβλία: το Σχολείο εργασίας και την Απολογία του σχολείου εργασίας.

Στη δεκαετία του ’70, τη Μαλαματίνα διαφημίζει με τη γνωστή φωτογραφία ο κωμικός,  πολύ αγαπητός ηθοποιός τότε, Νίκος Σταυρίδης, φορώντας το καβουράκι που φορούσε συνήθως. Είναι μια αφισέτα που μπορεί να τη δει κανείς ακόμα σε ορισμένα παλιά ταβερνεία της Θεσσαλονίκης ανάμεσα σε φωτογραφίες-μνήμες της εποχής.

Διαφήμιση Ρετσίνας με Σταυρίδη

Ο γιος του Ευάγγελου, Κωνσταντίνος. που αναλαμβάνει τη διοίκηση της επιχείρησης τη δεκαετία του ’80 έχοντας θητεύσει πολλά χρόνια πριν πλάι στον πατέρα του και διευθύνει και σήμερα, ένας άνθρωπος πολύ διακριτικός, μετριοπαθής και χαμηλών τόνων, μου λέει πως η Μαλαματίνα διείσδυσε δυναμικά παντού από την μέρα που εμφιαλώθηκε. Κατόρθωσε να φτάσει ως το έσχατο καφενείο του κάθε χωριού.

Προσπαθώ να καταλάβω πώς γίνεται η ρετσίνα, για την οποία πάντα ήθελα να γράψω (κατά βάση να μάθω, έτσι, την ιστορία της διότι συνδέθηκε και με τις νύχτες της δικής μου νεότητας), να έχει κυριαρχήσει τόσες δεκαετίες στη λαϊκή, καθημερινή ζωή της Ελλάδας. Κι όσο το σκέφτομαι θεωρώ πως, παρότι είναι λαϊκό, ρετσινωμένο κρασί, μου δημιουργεί ένα αίσθημα οικειότητας, παρέας και συμμετοχής. Ίσως είναι πιο κοντά στον ελληνικό, λαϊκό τρόπο. Πιο κοντά στον Τσιτσάνη. Βοηθάει και το βαρέλι, ή το λιτό μπουκάλι, η παλιά ετικέτα; Ίσως. Έχω, ας πούμε, άλλο αίσθημα, διαφορετικό, πιο μοναχικό, όταν πίνω ουίσκι, ή βότκα. Δεν νιώθω την ίδια ζέση, την ίδια χαλαρότητα. Θυμάμαι και τον φίλο συγγραφέα, τον Γιώργο Κάτο, που ταλαιπωρήθηκε από το πολύ αλκοόλ – μας έλεγε πως όταν ξυπνάει το πρωί, δεν φτιάχνει καφέ, αλλά πάει στο ψυγείο και βγάζει μια Μαλαματίνα. Πρωί-πρωί. Προφανώς το παράκανε, αλλά ο καθένας αλλιώς παρηγορεί τους δαίμονές του. Δύσκολο να κρίνεις, ακόμα και την υπερβολή. Ο καθείς πάντα βρίσκει το δικό του κλειδί και το δικό του κρυφό αντικλείδι σε αυτόν τον μυστικό, χθαμαλό και ιερό βίο.

Δεν είμαι βαρελόφρων, ευτυχώς, και αφορμή γι’ αυτό το κείμενο μου ξανάδωσε το ότι άκουσα πάλι, μετά από χρόνια, στο Ίντερνετ,  το Τρίο Κιτάρα να τραγουδά:

Γι’ αυτό γεννήθηκε η ρετσίνα
Για να την πίνει όποιος πονά
Για να γλιτώνει απ’ τη ρουτίνα
Και τον καημό του να ξεχνά

Και μήπως δεν είμαστε εμείς οι Έλληνες που ανακαλύψαμε τον θεό Βάκχο; Ο Απόλλων μπορεί να είναι πιο απαραίτητος, αλλά και χωρίς τον Βάκχο, πότε-πότε (και με μέτρο), τα πράγματα γίνονται έως και αβάσταχτα. Μην κρίνεις, ίνα μη κριθής, και γίνεις κριθή.

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ

γίνετε συνδρομητής/τρια για να λαμβάνετε τα 4 ετησίως τεύχη του περιοδικού

ΕΝΤΥΠΗ-ΣΥΝΔΡΟΜΗ

Τεύχος 82

ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2022

Η ΧΑΝΘ μου πρόσφερε το ωραίο ταξίδι

της Ναυσικάς Γκράτζιου | τεύχος 76 του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ

Θεσσαλονίκη: Δροσερή πόλη – Μία Ουτοπία;

του Άγι Παπαδόπουλου, αναπληρωτή καθηγητή στο τµήµα Μηχανολόγων του Α.Π.Θ | τεύχος 28 (Ιούνιος 2009) του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ

Ανοιξη!

του Στέργιου Τσιούμα | τεύχος 59 του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ

Λεπτομέρειες στο κέντρο της πόλης

του Ηρακλή Παπαϊωάννου | τεύχος 56 [Μάρτιος 2016] του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ

Περί Δημοσίου χώρου και τέχνης

της Δρ. Δωροθέας Κοντελετζίδου | τεύχος 54 του ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚέΩΝ ΠόΛΙΣ


ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΩΝ ΠΟΛΙΣ

Ιστορία, Γράμματα, Τέχνες, Ιδέες. Η «συνείδηση της πόλης»


MATAROA PROJECT

πλατφόρμα για τους καλλιτέχνες και τον σύγχρονο πολιτισμό στην Ελλάδα


ΑΛΛΕΣ ΔΡΑΣΕΙΣ

πρωτοβουλίες για τη δημόσια και πολιτιστική ζωή της Θεσσαλονίκης