Ελληνικός, σε χοντρό φλιτζάνι στην Άνω Πόλη

Η Πολιτιστική Εταιρεία στηρίζει το περιοδικό «Εντευκτήριο», ένα από τα ποιοτικότερα λογοτεχνικά περιοδικά της χώρας.

ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΑΡΘΡΑ

Ελληνικός, σε χοντρό φλιτζάνι στην Άνω Πόλη

της Λίζας Μαμακούκα

Τον είχα παραγγείλει, απερίσκεπτα, είναι η αλήθεια, χωρίς να ξέρω ακριβώς τι να περιμένω. Μ’ έφαγε, βλέπεις, η περιέργεια να δοκιμάσω αυτό το μυστηριώδες αφέψημα που ‘χε ζητήσει κι ο θεριακλής γέροντας από το παραδιπλανό τραπεζάκι! Ήταν και κάτι άλλο όμως: ήθελα να περάσω όσο γινόταν πιο απαρατήρητος, έχοντας εισβάλει σ’ εκείνη τη “λέσχη συνταξιούχων”, σ’ εκείνο το ιερό τέμενος ανδρών της τρίτης ηλικίας, εγώ, ένα τριανταοχτάχρονο —κι επιπλέον άγνωστο—  τζόβενο! Ένιωθα που ένιωθα σαν τη μύγα μες στο γάλα, αν είχα παραγγείλει και το συνηθισμένο
μου espresso macchiato θα είχα προκαλέσει απανωτά εγκεφαλικά στους θαμώνες, πράγμα που βέβαια δεν επιθυμούσα!

Αν δεν είχε κατατσαλακώσει προχτές τη μία πλευρά του Ρυnto μου ένας ατζαμής, οδηγός φορτηγού τροφοδοσίας (χωρίς, ευτυχώς, να ‘μαι εγώ μέσα, παρκαρισμένο ήτανε), και κυρίως αν δεν μου είχε φορτώσει η —κρυολογημένη— μάνα μου την αγγαρεία να πάω κάποια φάρμακα στην υπέργηρη θεία της που έμενε στο Κουλέ Καφέ, πιθανότατα δεν θα είχα ανοίξει ποτέ την τζαμόπορτα του καφενείου «Η Συνάντησις». Με τούτα και μ’ εκείνα, βρέθηκα να ξεπαγιάζω στην Άνω Πόλη, περιμένοντας μάταια κάποιο περαστικό ταξί…

Έχοντας εκπληρώσει νωρίς νωρίς το καθήκον μου ως μικρανιψιός, έχοντας φάει το μελιτζανάκι γλυκό που με τρατάρησε η θεία, την είχα αποχαιρετήσει κι είχα ξεκινήσει για την Οδύσσεια της επιστροφής μου στην Καλαμαριά. Η θεία Ευλαμπία καθόταν στην οδό Θεοφίλου, σ’ ένα μικρό, σαραβαλιασμένο τουρκόσπιτο, όχι μακριά απ’ την εκκλησούλα του Οσίου Δαβίδ, όπου δεν είχα αξιωθεί ακόμα να πατήσω. Όταν, όπως σήμερα, φυσούσε, τα πανάρχαια παράθυρα έμπαζαν από παντού. Το σπίτι ζωντάνευε, γέμιζε ψιθύρους, τριξίματα κι ανέμου βογκητά· ένα τεράστιο πουλί γινότανε, θαρρείς, έτοιμο να πετάξει^ Δεν την ένοιαζε όμως! «Όταν κλείσω τα μάτια μου, εσείς κάντε ό,τι νομίζετε», έλεγε η άκληρη γριούλα στις ανιψιές της, όταν εκείνες της εκθείαζαν τη γραφικότητα των γύρω αναστηλωμένων κτισμάτων.

Σηκώνοντας τον γιακά για να προστατέψω τ’ αυτιά μου απ’ το ξεροβόρι, απόδιωξα τη φευγαλέα σκέψη να περάσω απ’ τη Δημητρίου Πολιορκητού —τη γειτονιά του Θέμελη, του Βαφόπουλου, του Ναζίμ Χικμέτ, του Χριστιανόπουλου και τόσων άλλων ποιητών—, αναβάλλοντας τη βόλτα για κάποιαν ανοιξιάτικη Κυριακή, όταν δεν θα πάγωνα ώς το μεδούλι. Στήθηκα, εκπνέοντας παγωμένα άσπρα συννεφάκια και χουχουλιάζοντας τα χέρια μου, εκεί όπου συναντιούνται Αγίας Σοφίας, Θεοφίλου κι Ακροπόλεως. Περίμενα να περάσει κανένα διερχόμενο ταξί: έχοντας ξεχάσει το κινητό μου στο σπίτι («Α, ρε μάνα, με αποπροσανατόλισες με τα θελήματά σου!»), δεν μπορούσα καν ανάθεμα την τύχη μου!— να καλέσω ραδιοταξί! Κι εκεί που ένιωθα ήδη την παγωνιά να διαπερνάει τα λεπτόσολα παπούτσια που είχα κάνει τη βλακεία να φορέσω, μουδιάζοντας τα πέλματα, μετά τις γάμπες κι ανεβαίνοντας ύπουλα κι αμείλικτα προς τα γόνατά μου, μέσα απ’ τη βιτρίνα ενός καφενείου, το μάτι μου πήρε τη σόμπα… Θρονιασμένη σαν τοτέμ στη μέση της αίθουσας, μαύρη κι επιβλητική, ένα πελώριο μαντεμένιο θεριό ήταν! Μπουμπούνιζε άκακα όμως το θεριό, κι έμοιαζε να σκορπίζει θαλπωρή ολόγυρά του. Δεν το ξανασκέφτηκα: ήθελα, λαχταρούσα, αποζητούσα να πάω κοντά σ’ εκείνη τη σόμπα, έπρεπε να πιω αμέσως κάτι ζεστό! Έσπρωξα την πόρτα. Τελικά, κάτι η τζαμαρία του μαγαζιού, κάτι το άχαρο κανελί μωσαϊκό στο πάτωμα, η ατμόσφαιρα μέσα δεν ήταν δα και τόσο ζεστή όσο μου φάνηκε αρχικά. Και πάλι όμως, σε σύγκριση με το πολικό ψύχος που επικρατούσε έξω, «Η Συνάντησις» είχε θερμοκρασία… Χαβάης!

Μια μουγκαμάρα με υποδέχτηκε στο έμπα του συνοικιακού καφενέ, μαζί μ’ ένα πλήθος παραξενεμένα, πρεσβυωπικά βλέμματα του τύπου «Τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;». Τ’ αγνόησα κι όρμησα να ζεστάνω τα ξυλιασμένα δάχτυλά μου σ’ εκείνη την υπέροχη, ζωοδότρια σόμπα. Σαν ένιωσα να κυκλοφορεί λιγάκι το αίμα στα άκρα μου, πήγα και κάθισα σ’ ένα τραπεζάκι στο βάθος του καφενείου. Τότε ήτανε που παρήγγειλα τον «ναι και όχι» και τότε μόνο ξανάρχισαν γύρω μου, σιγά σιγά, σαν να ξεπάγωναν κι αυτές, οι κουβέντες των θαμώνων. Θεωρώντας πως δεν ήμουν τελικά αρκετά αξιοπερίεργος, ώστε ν’ ασχοληθούν με την αφεντιά μου, τα γερόντια συνέχισαν να μιλάνε για τα δικά τους, συγκρίνοντας πιέσεις και τιμές χοληστερίνης, βρίζοντας την κυβέρνηση για τις περικοπές των συντάξεων, σχολιάζοντας τ’ αποτελέσματα του πρωταθλήματος…

Παύοντας πλέον να είμαι στόχος, περιέφερα διακριτικά το βλέμμα μου έναν γύρο, διαπιστώνοντας πως τα τραπέζια από φορμάικα (μερικά καλυμμένα με πράσινη τσόχα, στρογγυλά αυτά) κι οι άβολες καρέκλες δεν είχαν τίποτα το γραφικό. Τελικά, μόνον η παλιά σόμπα, ο καφές ψημένος στη χόβολη (αποκλειστικά ελληνικός, εννοείται), ό ήχος απ’ τα πούλια που έκλειναν “πόρτες” στο τάβλι, κι απ’ τις κεχριμπαρένιες χάντρες των κομπολογιών, καθώς κι η ασπρόμαυρη φωτογραφία τού —κλασικά αγέλαστου— πατέρα του ιδιοκτήτη πάνω απ’ το ταμείο, θύμιζαν παραδοσιακό στέκι συνταξιούχων. Δοκιμάζοντας την πρώτη γουλιά του καφέ που είχα παραγγείλει, το σκυλομετάνιωσα: το πηχτό, θεόπικρο για τα γούστα μου, μαυροζούμι δεν θύμιζε σε τίποτα τον καφέ που συνήθιζα να πίνω. Δεν τον έφτυσα, για να μην προκληθεί διπλωματικό επεισόδιο. Ωστόσο, για να παρηγορηθώ, έστησα αυτί στην κουβέντα των διπλανών:

— «Ρε συ, Ανέστη, εκείνος ο Μιχάλης ο Π., ο γείτονάς σου που δούλευε στον Ο.Σ.Ε., τι γίνεται; Καιρό έχουμε να τον δούμε^»
— «Τι να σου πω, βρε Περικλή, το σπίτι δέκα μέρες τώρα κλειστό το βλέπω, δεν είμαστε και φίλοι κολλητοί, να πάω να χτυπήσω το κουδούνι^»
— «Πάντως, μετά τον θάνατο της γυναίκας του, πέρσι τέτοιον καιρό, η αλήθεια είναι πως δεν πολυ έβγαινε έξω ο Μίχος. Μόνο από εδώ περνούσε πού και πού, να ξεχνάει τον πόνο του», πετάχτηκε ένας ξερόλας απ’ το διπλανό τραπέζι.
— «Αχ, δεν αντέχεται η μοναξιά!», φιλοσόφησε ένας μουσάτος.
— «Από υγεία, καλά ήταν;», ξαναρώτησε τον Ανέστη ο Περικλής.
— «Τι να σου πω, δεν τον γνώριζα και τόσο καλά_»
— «Βρε, λες…», αποτόλμησε ένας άλλος, τρομαγμένος απ’ τη χρήση του παρατατικού.
— «Ήτανε πάντως καλό ανθρωπάκι», κλαυθμήρισε ένας ευσυγκίνητος.
— «Καλά, τόσες μέρες που_, δεν θα μύριζε;», ρώτησε ο ρεαλιστής της συντροφιάς.
— «Μπααααα! Με τέτοιο κρύο;», κούνησε θλιμμένα το κεφάλι ένας άλλος. Κι εκεί που τα ‘λεγαν αυτά, ανοίγει ορμητικά η πόρτα και μπαίνει ο_ μακαρίτης!
— «Θανάση, κέρνα όλο το μαγαζί! Ο γιος μου μ’ έκανε παππού! Γεννήθηκε ο Μιχαλάκης! Χτες γύρισα απ’ τα Τρίκαλα!», φώναξε, λάμποντας περιχαρής. Κεράστηκα κι εγώ! Δεν ξαναπήρα όμως «ναι και όχι». Τσάι του βουνού ζήτησα. Γλυκό. Με μπόλικο κονιάκ.