Αλλάζοντας τόπο ή 10+6 χρόνια στη Θεσσαλονίκη

Η Πολιτιστική Εταιρεία στηρίζει το περιοδικό «Εντευκτήριο», ένα από τα ποιοτικότερα λογοτεχνικά περιοδικά της χώρας.

ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΑΡΘΡΑ

Αλλάζοντας τόπο ή 10+6 χρόνια στη Θεσσαλονίκη

του Νικόλα Σεβαστάκη 

Δεν είχαμε καμία οικογενειακή σχέση με τη Θεσσαλονίκη, ούτε με τη Μακεδονία γενικότερα. Σαμιώτες και, στα βάθη του χρόνου, «πειρατές» και θεριστές από τα Σφακιά της νότιας Κρήτης οι πρόγονοι, σύμφωνα με τις αφηγήσεις του πατέρα, δεν είχαν δουλειά με τα βόρεια μέρη της χώρας. Ακόμα και τώρα, το επώνυμο συναντιέται στην Κρήτη, στη Σάμο, στη Ρόδο ή στην Αθήνα και ελάχιστα στην πιο πάνω χώρα. Παρόλα αυτά, συνδετικό νήμα υπήρξε. Ο πατέρας μου, Αλέξης Σεβαστάκης του Δημητρίου και της Διαμαντούλας, ανακηρύχτηκε διδάκτορας Δημοσίου Δικαίου από τη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου το 1959. Επί δεκαετίες κυκλοφορούσε στον αέρα του σπιτιού το όνομα «Νικόλαος Πανταζόπουλος» ως του ανθρώπου που θέλησε, εις μάτην, να βγάλει τον πατέρα μου από την οδό της δικηγορίας (και της πολιτικής) καλώντας τον στη Θεσσαλονίκη για κάποιου είδους πανεπιστημιακή σταδιοδρομία. Έπειτα από σαράντα πέντε χρόνια, έμελλε να φτάσω στην πόλη από την Αθήνα, όπου έζησα μεγάλο μέρος της πρώτης νεότητας με ενδιάμεσο σταθμό έξι χρόνια στη Μυτιλήνη. Η εκλογή στο Τμήμα Πολιτικών επιστημών του Αριστοτελείου εγκαινίασε μια περίοδο που έγινε, όπως αποδείχτηκε, διά βίου εγκατάσταση.

Οι «ξενομερίτες» αποτελούν προφανώς ένα συστατικό του πληθυσμού της πόλης. Δεν μιλώ για εκείνους κι εκείνες που προέρχονται από κοντινές πόλεις και χωριά της Βόρειας Ελλάδας, μα για όσους εξοκείλαμε εδώ από πιο μακριά. Νομίζω ότι, παράτα φαινόμενα και κυρίως μια εικόνα μαγικά άνετης πρόσβασης και οικειότητας που έχει δημιουργηθεί για αυτήν, η πόλη τούτη δεν παραδίδεται εύκολα στον «ξένο». Μπορεί και να σε κάνει να αισθάνεσαι νεοφερμένος για καιρό, να περνάει ο χρόνος και η Θεσσαλονίκη να αρνείται να σου μιλήσει. Έμεινα έως προσφάτως στα δυτικά του κέντρου, σε μια γειτονιά φτωχών ανθρώπων, σε μια πλευρά δίχως ιστό εμπορικό και δομές αναψυχής. Ούτε πάρκο, ούτε, κυρίως, πλατεία κανονική και κυκλική εκεί γύρω. Χωρίς αλυσίδες καταστημάτων, ούτε «εστίαση» της προκοπής, επειδή μάλλον οι ανηφόρες και τα στενά εμποδίζουν την ανάπτυξη μιας αγοράς. Το περπάτημα έγινε έτσι ο μοναδικός τρόπος να αφομοιώσω τις λεπτομέρειες της περιοχής, περπάτημα σαν ξεφύλλισμα ενός μυθιστορήματος. Αργό, καθημερινό διάβασμα των οδών, λίγες μονάχα γραμμές, μικρά επεισόδια σε παρόδους, στενά και ανηφόρες. Και έπειτα η κάθοδος για τους κεντρικούς άξονες της Εγνατίας, για τον ιστό γύρω από το Πανεπιστήμιο, την Αγγελάκη και τη Σβώλου με τις σκιές της που μεγεθύνονται, ευεργετικά, από τα φυτά στα ψηλά, περιποιημένα μπαλκόνια της.

Τώρα βρίσκομαι σε άλλη γειτονιά, πιο ανατολικά. Ο χώρος εδώ ορίζεται από δυο διαφορετικούς άξονες, τη γενναιόδωρη θαλασσινή ευθεία της νέας παραλίας και το ψηλό κάθετο πολυκατοικιών που το ριζικό τους σύστημα  μπλέκεται σε ένα πυκνό πλέγμα καταστημάτων και καταναλωτικών χρήσεων. Η εμπειρία εμφανώς πιο επιθετικά αστική και σε κάποιους δρόμους θυμίζει μεσοαστικά προάστεια της Αθήνας. Τράπεζες, καταστήματα κινητής τηλεφωνίας και άπειρα σούπερ μάρκετ προσελκύουν τον κόσμο 9 με 9 –καμιά σχέση με την εικόνα οικοσυστήματος γερόντων που συναντούσα στην παλιά μου γειτονιά.

Πέρασα πριν λίγες εβδομάδες από την έκθεση του Κώστα Λούστα στην Πινακοθήκη της Βίλα Μπιάνκα, ευρύτερη γειτονιά μου πλέον. Δεν γνώριζα το όνομα Λούστας πριν έλθω στη Θεσσαλονίκη, όπως πολλά άλλα που έμαθα σε αυτή την πόλη. Στάθηκα περισσότερο μπροστά στην επιβλητική φιγούρα του Μανόλη Αναγνωστάκη με το γκρίζο κουστούμι, το χαρακτηριστικό μουστάκι και τα χοντρά γυαλιά. Πάντα με συγκινούσε η φυσιογνωμία του ποιητή των εποχών, ίσως γιατί είχε την ίδια ηλικία, αλλά και ορισμένα εξωτερικά χαρακτηριστικά του πατέρα μου. Είπα πως, αν τελικά ο πατέρας άκουγε τον Πανταζόπουλο και έμεναν με τη μάνα μου στην πόλη, όλα θα ήταν διαφορετικά. Και το πιθανότερο ήταν πως, μετά την απόλυσή του από την εξορία (1971), τον φαντάζομαι να συχνάζει στη «Βιβλιοθήκη» στη Χρυσοστόμου Σμύρνης, μιλώντας με τον Αναγνωστάκη για τα λογοτεχνικά και τα ιστορικά πράγματα της χώρας, και έπειτα με τον Λαχά, τον Μάρκογλου και τους άλλους για την τέχνη.

Αυτό, όμως, είναι «εναλλακτική» οικογενειακή ιστορία, σαν αυτές τις πιθανές εκδοχές που εξερευνούν κάποιοι μυθιστοριογράφοι στα κείμενά τους. Το γεγονός είναι πως γεννήθηκα και μεγάλωσα στο ανατολικό αιγαίο, τριάντα μέτρα από τις φουρτούνες και δεκαπέντε μίλια από την τουρκική ακτή. Και πως η Θεσσαλονίκη μπήκε αργά στο παιχνίδι, σαν μια αναπάντεχη τροπή της ζωής, από αυτές που μοιράζει ενίοτε ο εργασιακός βίος ή οι οικογενειακές μετακινήσεις.

Κάθε πόλη είναι ένα σύστημα ανθρώπων, ήχων και τοπίων, ένας διακανονισμός σιωπών και θορύβων. Και επειδή η Θεσσαλονίκη συνέπεσε με την ηλικιακή μου ωριμότητα, έγινε το σκηνικό μιας ριζικής επανεξέτασης των πραγμάτων και αλλαγών προσωπικής οπτικής. Θα ήθελα, πάντως, να έχει μια αληθινή, κολυμβητική θάλασσα, όχι απλώς την εικόνα του λιμένος και της προκυμαίας. Ό,τι και αν συμβεί, φέρνω πάντα μέσα μου μια δυσπιστία για τόπους κατά κύριο λόγο ηπειρωτικούς, στραμμένους προς τα μέσα. Καταλαβαίνω επίσης πως αυτή η πόλη παίζεται στις αφανείς ιστορίες που σου αποκαλύπτουν οι φίλοι σου παρά στα επίσημα τοπόσημά της. Εγώ, τουλάχιστον, δεν είμαι των τοπόσημων, αλλά πιο κοντά στα αρώματα της κοινότοπης, αστικής ζωής. Τόσο το μάτι του «πολιτικού επιστήμονα» όσο και η λογοτεχνική εργασία τρέφονται περισσότερο από τη συνηθισμένη ανθρώπινη κωμωδία παρά από τις μουσειακές και μνημειώδεις όψεις της ζωής. Η Θεσσαλονίκη τα περιέχει όλα αυτά σε ικανές δόσεις, αντλώντας από τα πολλά ιστορικά και γενεαλογικά της στρώματα και από ένα παρόν γεμάτο ενδιαφέρουσες αντιφάσεις.

Αυτές οι αντιφάσεις εκλύουν μια ενέργεια που σε απορροφά και σε κάνουν να φαντάζεσαι τον εαυτό σου μέρος μιας συλλογικής ιστορίας –ακόμα και αν κανείς έφτασε εδώ μέσα από άλλες ιστορίες και τοπία.